Πέμπτη, 12 Αυγούστου 2010




Καθώς ονειρεύομαι μια καλοκαιρινή δυνατή βροχή…


Η ηλικιωμένη γυναίκα ,χωρίς να πει κουβέντα σερβίρισε το αρωματικό αφέψημα, κάτι που έμοιαζε με τσάι και είχε μυρωδιά κανέλας και πορτοκαλιού. Κάθισε κατάχαμα και έκανε νόημα στη Φωτεινή να πιει κι αυτή το ζεστό ρόφημα.
Η κοπέλα διστακτικά πήρε το εμαγιέ κύπελλο κι άρχισε να πίνει. Ένιωθε την παρουσία της ηλικιωμένης φιλική, αλλά και δύσκολη.
Πέρασαν αρκετά λεπτά σιωπής, μια σιωπή αμήχανη.
-Ώστε λοιπόν από κάπου θέλεις να ξεφύγεις ε;
Δεν μίλησε.
-Παραδόθηκες στη βροχή χωρίς καμιά αντίσταση, επιζήτησες το τέλος , την εξαφάνιση.
-Δεν είναι ακριβώς έτσι..
-Θα ήθελες να μην είχες ξυπνήσει … Και τι είναι αυτό κόρη μου που θα δικαιολογούσε έναν τέτοιο θάνατο.
Τρόμαξε ακούγοντας αυτά τα λόγια και θύμωσε λιγάκι. Πως αυτή η γυναίκα την ξεγύμνωνε έτσι. Τι δηλαδή επειδή την μάζεψε από τη βροχή και της πρόσφερε μια ζεστή γωνιά, της έδινε αυτό το δικαίωμα να μιλάει έτσι.
-Άκου. Κάποτε θέλησα κι εγώ να ξεφύγω, θέλησα κι εγώ να κρυφτώ, γιατί κάποιος που αγαπούσα με πρόδωσε. Και το έκανα, το έκανα μ’ έναν τρόπο απόλυτο. Ζω χρόνια μακριά από όλους κι από όλα, μακριά από τη ζωή των ανθρώπων. Δεν έδωσα στον εαυτό μου άλλες ευκαιρίες να παίξει το παιχνίδι της ζωής. Δεν έδωσα στον εαυτό μου την ευκαιρία να ξεπεράσει , να διεκδικήσει και πάλι μερίδιο λες και για μένα υπήρχε μόνο ένας άνθρωπος που θα δικαίωνε την ύπαρξή μου. Ήμουν νέα, παθιασμένη, κλείστηκα σ’ έναν έρημο τόπο όπου κανείς δε μπορούσε να με εντοπίσει γιατί έμαθα να κρύβομαι καλά όπως τ’ αγρίμια. Έκανα κι εγώ αυτό που έκανε κάποτε πριν εκατοντάδες χρόνια μια γυναίκα που η εκκλησία την ονόμασε αγία γιατί κλείστηκε σ’ έναν τάφο κι είχε μόνο ένα μικρό άνοιγμα από όπου κάποιοι της έδιναν τροφή και νερό. Κι έζησε εκεί όλη την υπόλοιπη ζωή της . Κι αυτή τη βλασφημία την ονόμασαν αγιότητα…Εγώ δεν διεκδικώ καμιά αγιότητα, όμως έζησα τη ζωή ενός άκαρπου δέντρου που κατάφερε να ζήσει για δεκαετίες με μόνη έγνοια λίγο , ελάχιστο νερό , ένα δέντρο καχεκτικό και άχρηστο…Αν και για πολλά χρόνια ήλπιζα πως εκείνος θα μετανιώσει και θα γυρίσει και θα με αναζητήσει αναγνωρίζοντας και θαυμάζοντας την ικανότητα μου να αγαπώ με τέτοιοι απόλυτο και θεϊκό τρόπο γι’ αυτό για χρόνια ανέβαινα κάποιες μέρες ψηλά στην κορυφή του λόφου κι άναβα φωτιές , σημάδι και κάλεσμα σ’ αυτόν. Όμως αυτός δεν ήρθε ποτέ και ..Και γέρασα και κατάλαβα πως πια δεν υπήρχε δρόμος επιστροφής κι αποδέχτηκα την άσκοπη ζωή μου .Τώρα κάθε μέρα λιγοστεύω την τροφή μου, λιγοστεύω το νερό μου με την ελπίδα να φύγω, να περάσω στην απέναντι όχθη. Όμως ούτε αυτό δεν έρχεται εύκολα.Γι’ αυτό σήκω..έλα σήκω.
Και τράβηξε σχεδόν βίαια τη Φωτεινή.
-Οι δικοί σου είναι ακόμα εδώ. Πρέπει να βιαστείς να τους συναντήσεις. Κι αν έχεις έναν πόλεμο μέσα σου , αυτόν θα τον κάνεις μόνο ανάμεσα τους, μόνο με τους ανθρώπους, όχι με τη φυγή, όχι με την εξαφάνιση. Κανείς δε θα επιμείνει πολύ , γρήγορα θα σε ξεχάσουν.
Και θέλησε η Φωτεινή κάτι να της πει για τα παράξενα που έζησαν την περασμένη νύχτα, για το ιστιοφόρο που χάθηκε, για τα ερειπωμένα σπίτια.
-Ναι είναι αλήθεια πως ο τόπος αυτό είναι παράξενος , θα έλεγα συμπεριφέρεται παράξενα , αλλά πρέπει να ερμηνεύεις τα σημάδια σωστά.
Πήγαινε στους φίλους σου, μιλήστε, δώστε εξηγήσεις πάρτε μαζί σας στην πόλη τις εμπειρίες σας αλλά πάντα να θυμάσαι πως η ερημιά δεν είναι η λύση.
-Ξέρεις έχω χάσει το δρόμο, δεν ξέρω να γυρίσω.
Η γριά χαμογέλασε , όπως χαμογελάς σ΄ένα μικρό παιδί που θέλει μέχρι την τελευταία στιγμή να σου δικαιολογήσει την όποια αταξία του.
-Φωτεινή μου,
Την είπε με το όνομά της. Παράξενο , δεν θυμάται να της το είπε.
-Πως γνωρίζεις πως με λένε.
-Φωτεινή μου, μη ζητάς για όλα εξηγήσεις, άσε και το ανεξήγητο είναι η μεγαλύτερη προοπτική , έχε πάντα στην άκρη της καρδιάς σου πως δεν εξηγούνται όλα με τη λογική, αυτό θα σου δώσει μεγαλύτερες δυνατότητες. Έλα το δρόμο της επιστροφής τον ξέρω εγώ, το δρόμο της επιστροφής θα σου τον δείξω εγώ.
Κι ακλούθησε τη γριά, κι έβλεπε τις μικρές γούβες που άφηναν πίσω οι μικρές μπότες της, αλήθεια τι μπότες ήταν αυτές, άφηναν ένα ίχνος σαν οπλή κατσίκας κι όσο να καλοσκεφτεί , κι έτσι που προσπαθούσε να δεί αν πράγματι ήταν μπότες κάτω από τα μακριά φορέματα της γριάς άκουσε ξαφνικά τις φωνές των συντρόφων της, γύρισε το κεφάλι της να τους δει .Να ήταν κάτω στην ακτή, ανήσυχοι. Θέλησε ν’ αποχαιρετήσει τη γριά.
-Σ’ ευχαριστώ για όσα μου είπες και..
Η γριά είχε γίνει άφαντη. Κοίταξε κάτω το βρεγμένο χώμα. Κάνενα άλλο ίχνος εκτός από τα δικά της παπούτσια.
Όχι, δε φοβήθηκε,
-Εντάξει, είπε στον εαυτό της ας κατέβω στην παραλία. Και είχε η φωνή της μια σταθερότητα, κι είχε το βήμα της μια τόλμη πρωτόγνωρη.

Ροβίνα Άλμπα

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

απο Γιωργος. παντα ροβινα εχεις εναν τροπο τα νοηματα που γραφεις να μετουσιωνονται σε εικονες ,ηχους ,μυρωδιες και αναμνησεις.Δεν ξερω αν αυτη η "γρια" που περιγραφεις ειναι μια εσωτερικη παραινεση που πρεπει να εχει ο καθενας μεσα του ,ή οχι,αλλα παντως οπως και να εχει θα κρατησω τη φραση που λεει πως αν εχεις πολεμο μεσα σου πρεπει να τον λυσεις αναμεσα στους ανθρωπους και οχι στον αναχωρητισμο μιας φυγης.Ομως καμια φορα ακομα και μια προσκαιρη φυγη, ειναι απλα ο απαραιτητος "χωρος" για να παρεις φορα για το αλμα προς τα εμπρος και ισως ετσι ο καθενας επανεκτιμα τη ζωη του και αυτα που εχουν πραγματικη αξια τα συνειδητοποιουμε μεσα απο την απωλεια τους.Ομως επειδη η ζωη ειναι συντομη ας φροντισουμε να τη ζουμε οσο πιο ομορφα και δυνατα μπορουμε με τα αγαπημενα μας προσωπα. Γιατι "αν ζουμε ,ζουμε για να πατησουμε πανω στα κεφαλια των βασιλιαδων" (Σαιξπηρ)

Χωρίς παρεξήγηση..

1.Κάθε ανάρτηση του blog εκφράζει μονάχα τον αρθρογράφο της_
2.Κάθε ιστορική αναφορά που παρατίθεται στο blog εχθρεύεται τις διαδρομές του πατριωτικού σπαραγμόύ ή της υπερηφάνειας._

.