Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2010

«Παντού σπασμένες σιδεριές και θραύσματα οβίδας»


Κυριακή μεσημέρι, τρίτος όροφος σε μια πολυκατοικία. Μπροστά στο παράθυρό του απλώνεται στον ανοιχτό ορίζοντα μια απέραντη πεδιάδα. Πιο πέρα ξεχωρίζει ένα χωριό. Πριν λίγες μέρες έμαθε πώς το ονόμαζαν πραγματικά. Όσο έμενε σ’ αυτήν την όμορφη πόλη, νόμιζε πως το χωριό αυτό είχε άλλο όνομα. Αδυναμία προσανατολισμού, είπε.

Παίρνει τηλέφωνο ένα φιλικό του ζευγάρι. Ήθελε πολύ να μιλήσει με κάποιον. Όλο το Σαββατοκύριακο ήταν χωμένος στα βιβλία και τις φωτοτυπίες του. Μιλάει με τον Τ. και ύστερα με την Π. Καθώς συνομιλούν, βλέπει τρία παιδιά να περπατούν στο δρόμο. Τα παρατηρεί μηχανικά, ενώ αυτά νομίζουν πως κανείς δεν τα βλέπει. Ένα απ’ αυτά βγάζει από την τσέπη του ένα βαρελότο, το ανάβει και το πετάει στο δρόμο. Ο κρότος που ακούγεται διακόπτει την τηλεφωνική συζήτηση.


-Τι συμβαίνει; ρωτά η Π.


-Κάτι παιδιά ρίχνουν βαρελότα, της απαντά.


-Μα αυτό είναι παράνομο! Πρέπει να πάρεις την αστυνομία, του λέει θυμωμένα η Π. ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής της.


-Ρε, παιδιά είναι, τη διακόπτει.


-Όχι! Για την προστασία του νόμου και της τάξης πρέπει να το κάνεις.


Σε λίγο κλείνουν το τηλέφωνο. Το μυαλό του ταξιδεύει αρκετές δεκαετίες πριν, στα παιδικά του χρόνια, στο χωριό του, τότε που γι’ αυτόν εκείνος ο μικρόκοσμος ήταν όλος του ο κόσμος! Το βουνό το ‘ξερε καλά. Από μικρός το περπάταγε με την παλιοπαρέα του. Τσουλήθρα μέσα σ’ ένα μπαούλο σε μια μεγάλη κατηφοριά, ποδόσφαιρο στο πλάτωμα της «Ράχης», κυνηγητό και κρυφτό στο παλιό πυροβολείο. Μα το πιο αγαπημένο παιχνίδι της παρέας ήταν τα «μακαρόνια». Ώρες ατελείωτες έψαχναν μέσα στα χώματα, σκάβοντας με τα χέρια τους, για να βρουν αυτές τις επιμήκεις βελόνες με το μπαρούτι. Ήξεραν καλά τι ήταν αυτές οι βελόνες. Οι γονείς τους συχνά τους έλεγαν να μην πάνε στο βουνό για «μακαρόνια». Ένας τσοπάνης είχε χάσει τη ζωή του, όταν πάτησε μια οβίδα που δεν είχε εκραγεί από τον πόλεμο του ’40. Αυτές τις οβίδες τις έριχναν τα γερμανικά αεροπλάνα κι όταν έσκαγαν στο έδαφος, σκορπούσαν φλεγόμενες βελόνες, για να έχουν μεγαλύτερη εμβέλεια καταστροφής. Πολλές όμως από αυτές τις βελόνες ήταν άθικτες. Αυτές μάζευε με την παρέα. Τις έβαζαν σ’ ένα τενεκεδάκι, άναβαν το φιτίλι και …μπουμ.



Όταν, μάλιστα, ήρθε η Υπηρεσία Στρατού, για να εξουδετερώσει τις ξεχασμένες οβίδες, η παρέα του ήταν αυτή που υπέδειξε τα σημεία, όπου βρίσκονταν διαλυμένα σιδερικά και θραύσματα από οβίδες. Θα ‘ταν τότε οχτώ ετών.


Μια μέρα, όμως, μαζί με το φίλο του, τον Ηλία, μάζεψαν τόσα «μακαρόνια», που γέμισαν έναν μεγάλο τενεκέ μέχρι απάνω. Με το παιδικό τους το μυαλό νόμιζαν πως θ’ ανατίναζαν όλο το χωριό. Η αγωνία κυριάρχησε στα μικρά τους πρόσωπα. Ήθελαν, όμως, τόσο πολύ να δουν το κατόρθωμά τους κι έτσι, το πήραν απόφαση. Θα κατέβαιναν στη θάλασσα.


Πήγαν κάτω, στη Σκάλα του Κατσιβάνη, βρήκαν ένα μαδέρι, έβαλαν επάνω τον τενεκέ με τα «μακαρόνια», άναψαν το φιτίλι κι έσπρωξαν με δύναμη το μαδέρι μέσα στη θάλασσα. Γρήγορα-γρήγορα έτρεξαν να κρυφτούν πίσω από τα «αθάνατα», τα μεγάλα αγκαθωτά φυτά που ήταν στην παραλία, κοντά στη Σκάλα, κι από κει παρακολούθησαν τα… τεκταινόμενα.


Ο τενεκές έσκασε με έναν μεγάλο κρότο και πετάχτηκε μισοδιαλυμένος. Όταν έφτασε ψηλά τούς φάνηκε

σα να στάθηκε, σα να ακινητοποιήθηκε κι ύστερα έπεσε στη θάλασσα κάνοντάς τη να κοχλάζει. Ιαχές ενθουσιασμού ακούστηκαν από τους δυο τους.


Για κακή τους τύχη, όμως, δεν είχαν προσέξει ότι ερχόταν η «κατευθείαν», το καραβάκι από τον Πειραιά. Τι έγινε; Με μια λέξη, χαμός! Άνθρωποι να πέφτουν στη θάλασσα, άλλοι να φωνάζουν, άλλοι να κρέμονται απ’ τα κάγκελα έτοιμοι να πέσουν κι αυτοί, άλλοι να τρέχουν στο κατάστρωμα κι ο καπετάνιος να τους απειλεί πως θα φωνάξει το Λιμεναρχείο.


ΠΑ-ΝΙ-ΚΟΣ


Όπου φύγει, φύγει οι δυο φίλοι. Έκαναν δυο μέρες να βρεθούνε.


Τα χρόνια πέρασαν. Τώρα πια μεγάλωσε. Τα καλοκαίρια κατεβαίνει κάτω στο «

πεζούλι», είτε μόνος του, είτε με την καινούργια παρέα. Εκατό μέτρα πιο κάτω είναι η Σκάλα του Κατσιβάνη, μισογκρεμισμένη πια και λειψή. Από τότε δεν έχει πλησιάσει κοντά της. Θέλει να τη θυμάται όπως ήταν εκείνο τον καιρό. Μόνο τ’ «αθάνατα» έχουν θεριέψει για να του θυμίζουν την κρυψώνα των παιδικών του χρόνων.


Αυτά σκεφτόταν, εκεί στο παράθυρο του τρίτου ορόφου. Για μια στιγμή τα παιδιά τον αντιλήφθηκαν, αυτός τους χαμογέλασε κι ένα απ’ αυτά άναψε ένα βαρελότο και το πέταξε σε μια αυλή πολυτελούς οικίας με δυο καλογυαλισμένα τζιπ αραγμένα σ’ αυτήν. Το πιτσιρίκι τον κοιτάζει και του κάνει από μακριά το σήμα της νίκης ενώ ακούγεται ο κρότος του βαρελότου.


Κι ύστερα του λέει η Π. να φωνάξει την αστυνομία για την τήρηση του νόμου και της τάξης…



Ο τίτλος της ανάρτησης προέρχεται από
στίχο ποιήματος της Κατερίνας Γώγου

Οι φωτογραφίες αντλήθηκαν
από τη συλλογή Ν. Ε. Τόλη

6 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

καλά εκανε ο φίλος και δεν κάλεσε την αστυνομία.με τέτοια παιδιά θ'αλλάξει ο κόσμος μας.ευτυχώς που υπάρχουν για να μας κεντρίζουν,να μας τσιγγλούν ή ακόμα και να μας δίνουν καμιά σφαλιάρα(μεταφορικά το λέω)

Ροβίνα Άλμπα είπε...

Αχ αυτές οι φράσεις της κ. Π. .. είναι παράνομο...Για την προστασία του νόμου και της τάξης..πόσο παράξενες μου φάνηκαν...Και περίεργοι συνειρμοί γεννήθηκαν στο μυαλό μου που ναι δεν τους περνώ δεύτερο χέρι...Πολλά ξέρουν αυτοί που επικηρύσσουν κάποιους "ληστές" πολλά ξέρουν για την ανθρώπινη ψυχή... δεν είναι μόνο που ξυπνούν μέσα μας επιθυμίες κατάδοσης αν δεν ήταν το ποσό μεγάλο δύσκολα θα το πετύχαιναν..αλλά ξυπνούν κυρίως μέσα μας επιθυμία εξουσίας και συνεργασίας ..επιτέλους να τηρηθούν και οι νόμοι .. Κι εγώ θα ήθελα ν' ακούσω από την κ. Π.
-Πες στα παιδιά να προσέχουν με τα βαρελότα και πες τους ακόμα να βάζουν πάντα καλούς στόχους.

Ανώνυμος είπε...

τα παιδιά ξέρουν από μόνα τους να φυλάγονται.έχουν έμφυτο το αίσθημα της αυτοπροφύλαξης. η κυρία Π. απηχεί νοοτροπίες του καταδοτικού συστήματος,χρήσιμο για όσους ονειρεύονται να ανακόψουν τα ιδανικά αυτών των παιδιών.

Ανώνυμος είπε...

Υπάρχουν μερικά ταξίδια που δεν είναι ούτε πολύ μακρινά , ούτε πολυ κοντινά
Είναι τα εσωτερικά ταξίδια της μνημης
Μια φευγαλέα μυρωδιά που σε γυρίζει στα παιδικά σου χρόνια στο κυριακάτικο οικογενειακό τραπέζι
,μία τυχαία εικόνα που σου θυμίζει την "παλιοπαρέα" του σχολείου και τις αλητείες της εφηβείας ,
μία "λαθραία" μουσική από ενα αγνωστο ραδιοφωνικό σταθμό που σε ταξιδεύει σε υποσχέσεις που εδωσες
και συχνα δεν τήρησες, μία ξεχασμένη κουβέντα που σου θυμίζει το σπιτι σου και όσους έχεις καιρό να δεις...
Έζησα αρκετά καλοκαίρια στη Σαλαμίνα και μερικούς χειμώνες ,κάπου μακριά από το κεντρο ,μέχρι που κάποιες καταστάσεις και
γεγονότα με ανάγκασαν να απομακρυνθώ.Δεν θα πω ψέματα για να φτιάξω ωραίες νοσταλγικές εικόνες .Όταν ήμουν πιτσιρικάς
προτιμούσα τη βοή, την κινηση και την φασαρία της μητροπολης, παρά την "ησυχία" και τους ρυθμούς του νησιού.
Άργησα να ανακαλύψω την ομορφιά ενός ηλιοβασιλέματος πίσω από το βουνό, την μυρωδιά του νοτισμένου
χώματος ύστερα από μία ξαφνική βροχή, τη γοητεία της νύχτας μακριά από τους προβολείς της πολης
Και τωρα συχνά τα αποζητάω...
Έχοντας επιλέξει να ταξιδεύω διαρκώς ,χωρίς συγκεκριμμένους προορισμούς και έχοντας γεμίσει το σακιδιό μου
με αρκετούς πόθους και ανείπωτες ιστορίες της μητρόπολης που συνελεξα σε παράξενες μέρες και πιο περίεργες νύχτες
,τώρα όλο και πιο πολύ συλλογίζομαι το νησί και τη δική του ήσυχη δυναμη.
Και ας μην παραξενευτεί κανείς...
Μπορεί η Σαλαμίνα να μην κυκλοφορεί σε καρτ ποστάλ ,ούτε να αποτελεί προταση για εξωτικούς προορισμούς .
Όμως κάθε μέρος έχει τη δική του μοναδική ομορφιά .Μια ομορφιά που δεν είναι μετρησιμη ως φωτογραφία σε εξώφυλλο
τουριστικού οδηγού, αλλά ως μνήμη συναισθήματος...
Κάθε τόπος έχει τη δική του μνήμη ,ακόμα και το χώμα έχει τα χνάρια ανομολόγητων προσωπικών διαδρομών.
Εκεί βρισκεται μία σπανια μοναδική ομορφιά ,που ίσως μπορεί να μην τη βλεπεις αλλά κυρίως την αισθάνεσαι..
Υπάρχουν μέρη που ο ιδιος ο τόπος σου μιλάει, τα μισογκρεμισμένα πετροκτιστα σπίτια μπορούν να σου διηγηθούν
τα ανολοκλήρωτα όνειρα ανθρώπων που φιλοξένησαν, τα χαλασμένα δρομάκια να σου μιλήσουν για διαδρομές που ενωσαν κι αλλες
που χάθηκαν στο χρόνο, ένα εγκατελλειμένο πηγάδι για τα πρώτα χρόνια της "δόξας " του που ανέβλιζε νερό...
Έχοντας ζήσει λοιπόν αρκετά απίθανες ιστορίες στην καρδιά της μητροπολης στα όρια του μη επιτρεπτού ,
έχω γνωρίσει απο την αλλη και τις δικές της μνήμες και μυρωδιες
Γιατί η μοναξια και ο κοινωνικός θανατος έχουν και αυτοί τη δική τους ξεχωριστή μυρωδιά
Που μόνο η κάπνα των φλεγόμενων κτιρίων και αυτοκινήτων μπορεί να τη σκεπάσει...
Κι αν κάποιοι γράφουν στους τοίχους "μόνη πατρίδα μας είναι τα παιδικά μας χρόνια" εγώ θα πω
,πως πατρίδα είναι ο τόπος που αγάπησες μα πάνω από όλα οι ανθρωποι που αγαπάς και σε αγάπησαν
Αυτούς όπου και να είσαι τους κουβαλάς πάντα μαζί σου...
Μέχρι το επόμενο αντάμωμα...

Γιώργος

Ροβίνα είπε...

...τόπος η αγάπη..Πόσο δίκιο έχεις Γιώργο..Τόπος και δεσμός από τους βαρύτερους και είναι αλήθεια ελευθερος αυτός που δεν αγαπά, αλλά μάλλον ελευθερία τέτοια είναι και χωρίς νόημα.Τα δυνατά συναισθήματα οι δυνατές καταστάσεις έχουν βάση τους τον πόνο. Δεν θέλω να το αποδεχτώ αλλά η αλήθεια είναι αυτή...

Ανώνυμος είπε...

σαλαμίνα

να σε ξυπνούνε τα σκυλιά
σηκώνεσαι
νιώθεις το σφίξιμο στα στήθη
είσαι ένα άνεργο καθίκι
και τρως για πρωινό σκουριά
με συντροφιά
τον ήλιο που δε θέλει

η μέρα σου κυλά
και κάνεις περιπάτους
καθώς περνάς απ' το χωριό
και δε μιλάς
εσύ πηγαίνεις στα βουνά
και σκάβεις για τον άνθρωπο
το τάφο που δε θέλει

πώς στάζει το ρετσίνι;
τι βάθος έχει ο ρετσινόλακκος;
και το ασβεστοκάμινο
την πέτρα πως τη λιώνει;

άνθρωπε αστε
άνθρωπε θαυματουργέ
δε θα θαυμάσεις
ποτέ σου
το αθαύμαστο.

η αρχειοθήκη μας

Χωρίς παρεξήγηση..

1.Κάθε ανάρτηση του blog εκφράζει μονάχα τον αρθρογράφο της_
2.Κάθε ιστορική αναφορά που παρατίθεται στο blog εχθρεύεται τις διαδρομές του πατριωτικού σπαραγμόύ ή της υπερηφάνειας._

.