Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2009

ΚΑΓΙΕΝ

βγήκα χτες. πήρα το αμάξι, και μετά από καιρό έφερα βόλτα το νησί δύο φορές. στριφογυρνούσα σαν μια αράχνη που έχει παγιδευτεί μέσα στους ίδιους της τους ιστούς. βοήθαγε βέβαια και η ερημιά στους δρόμους, η παγωνιά που τρυπά τον ξενύχτη την ώρα που νιώθει τη πόλη να κοιμάται νεκρικά. ερημιά, κάτι πηγαίνει λάθος ε. τίποτα, όλα μοιάζουν στη θέση τους κι η νύχτα σε κάνει συνωμότη. κοίτα τα νεκρά σκυλιά στις άκρες των δρόμων χτυπημένα από τους αυτοκινητιστές του αιώνα και γω να τους κορνάρω προσπαθώντας να τα τρομάξω. καμιά ελπίδα, ο ύπνος τους είναι πάγιος, και τα προσπερνώ -ακίνητα ψοφίμια, τ’ αφήνω πίσω μου. το νησί αυτό με κατασπαράζει πισώπλατα, φτάνω στη ψαραγορά του λιμανιού με έναν ανεπαίσθητο φόβο μη πέσω σε τυχαίο μπλόκο. κάποιοι ψαράδες, χαμάληδες με κατεβασμένα μούτρα ετοιμάζουν πάνω στο καΐκι το δόλωμα τους, έτοιμοι για τη ψαριά στον πεθαμένο ωκεανό του σαρωνικού. τη δουλειά τους κάνουνε και συνεχίζω τη τραμουντάνα διαδρομή αποφεύγοντας να κοιτώ τις φωτεινές επιγραφές των διαφημίσεων από πείσμα να μη πετύχουν τον εγκέφαλο. πόλεμο ζω. κι είναι σα το ξαφνικό κλάμα στο μπάνιο, που κολλάς το πάνω μέρος του κεφαλιού σου στο καθρέφτη μη τυχών και ξεχαστείς, και κοιταχτείς κατά λάθος. δε θες να ντροπιαστείς μα πάντα χάνεις τη μάχη -διαρκώς το λάθος της ζωής σου σε ένα μοιραίο βλέμα. για του λόγου το αληθές, παρακάτω ένας μετανάστης μιλούσε στο γωνιακό καρτοτηλέφωνο λουφαγμένος. είναι για γέλια αν σκεφτείς πως η περσινή διαφήμιση του οτε για τα καρτοτηλέφωνα που είχαν κατακλύσει τα αστικά λεωφορεία ήταν γραμμένη στα ελληνικά. ‘φοβού τους αφγανούς σας’, νοικοκυραίοι καθίκια. τώρα περνώ το δάσος, φτάνω στο μοναστήρι και βγαίνω να περπατήσω. όλα μαρτυρούσαν πως το πανηγύρι είχε τελειώσει πριν λίγες μέρες ή και ώρες: πάγκοι αφημένοι, κάτουρα, σωροί από σκουπίδια. βρήκα χάμω ένα πενηντάλεπτο και το φτυσα. τι το έπαιζα. άγιος τόπος, ενώ μια τηλεόραση τουμπαρισμένη μού κίνησε το ενδιαφέρον. τί να γύρευε εκεί; φαινόταν σε καλή κατάσταση, της κούτας. όταν η τεχνολογία κορυφώνεται ο πολιτισμός αρχίζει να λυγίζει σα μουλιασμένο χαρτόκουτο. η ακρόπολη σηματοδότησε την πτώση τής αρχαιοελληνικής τραγωδίας, το καγιέν φίλοι μου άρπαξε ξαφνικά, και τη στιγμή αυτή μια νότα αισιοδοξίας με έξαψε εντός. έβαλα μπρος. μια τιμονιά ο θάνατος στ’ αριστερό σου χέρι.

ο απλός άνθρωπος θα με έλεγε τεμπέλη, ένα παράσιτο. εγώ δυνάμωσα τη μουσική. ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας θα με χαρακτήριζε ρέμπελο, σκουπίδι της κοινωνίας. εγώ δυνάμωσα τη μουσική:

πες μου Μιράντα,

πες τους να σκααάσουν.


τα ηχεία έμοιαζαν με τραμπολίνο, τώρα πια δε λογοδοτώ, άλλωστε σ’ ένα road movie δεν υπάρχουν γείτονες και κομπάρσοι, μόνο συνοδηγοί που γουστάρουν.

3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Η "αρχιτεκτονική" των σπιτιών... περιμένεις κάτι το νησιώτικο, απλό, φτωχικό, αρχοντιά στην λιτότητα, ιστορικό, όμορφο.. τίποτα!! Road movie πάνω σε νησί, ένας κύκλος, που είναι η αρχή και που είναι το τέλος. Που και που πρέπει να ξεκουμπίζεσαι από εδώ και να τραβάς σε άλλο νησί, όχι τίποτα άλλο αλλά για να μην χάσεις την αθωότητά σου.

Ωραίο το κείμενο σου.

Ανώνυμος είπε...

το σχόλιο για το θάνατο του αφγανού γιατί δεν το δημοσιεύσατε;μόνο ότι σας βολεύει;φοβάστε την αλήθεια;γιατί δεν λέτε ότι τελικά δεν τον ''έφαγε'' η αστυνομία;τώρα που η ίδια η υπόθεση σας ξεφτίλησε θα ζητήσετε συγνώμη;κατάπιατε τη γλώσσα σας;σας πήρανε χαμπάρι!αν έχετε άντερα δημοσιεύστε το!που δεν το βλέπω!

ΒΑΚΙΛΟΣ είπε...

Η αλήθεια χρειάζεται πηγές. Αν τις έχεις ευχαρίστως να το δημοσιεύσουμε. Διαφορετικά δε θα αναπαράγουμε γελοιότητες των φασιστών και διαρροές απευθείας από τη Γαδα που ήταν άλλωστε γνωστές από τη πρώτη μέρα.

Χωρίς παρεξήγηση..

1.Κάθε ανάρτηση του blog εκφράζει μονάχα τον αρθρογράφο της_
2.Κάθε ιστορική αναφορά που παρατίθεται στο blog εχθρεύεται τις διαδρομές του πατριωτικού σπαραγμόύ ή της υπερηφάνειας._

.