Τρίτη, 29 Μαρτίου 2011

ΠΙΣΩ ΑΠ' ΤΗΝ ΠΛΑΓΙΑ

Μην ξεχνάτε
Βαδίζουμε στη κόλαση
Κοιτάζοντας λουλούδια
Κομπαγιάσι Ίσσα, (1763 – 1827)

Μεγαλώνοντας τη δεκαετία του ’80 στα Σελήνια Σαλαμίνας μπορώ να πω πως δε δυσκολευόμουν να παίζω διαρκώς το ‘παιχνίδι του πολέμου’ με τους φίλους μου στις διάσπαρτες αλάνες της γειτονιάς. Βλέπεις, υπήρχαν οι άφθονοι δυναμίτες πίσω από τη πλαγιά που έδιναν το σήμα για την αρχή του παιχνιδιού. Πρωί - απόγευμα, απόηχοι σαν μπουμπουνητά έφταναν στα αυτιά όλων. Κι είναι αλήθεια, απολάμβανα τις ξαφνικές δονήσεις κάτω απ’ τα πόδια μου, διασκέδαζα με τον στιγμιαίο τρόμο, το τράνταγμα του χώματος, κι εντάξει, συμβαίνουν αυτά στα μικρά παιδιά.

Μόλις είχα γυρίσει από το σχολείο στο σπίτι της οδού Πανθέας. Ήταν φθινόπωρο του ’89, μεσημέρι. Όπου να ‘ναι θα έφτανε σπίτι και η μητέρα μου. Αφήνω την τσάντα και πηγαίνω στη κουζίνα να πιω λίγο νερό για να την περιμένω. Τότε ακούγεται ένας υπόγειος συριγμός, οικείος κατά τα άλλα όπως νόμιζα. Οι τοίχοι όμως πάλλονται κάπως υπόκωφα, το νιώθω. Απομακρύνομαι λίγο και λέω από μέσα μου μια απλά παιδική φράση: «θα περάσει». Όμως δε πέρασε ποτέ. Αφήνω το ποτήρι στο τραπέζι κάπως άγαρμπα απελευθερώνοντας κάποιες σταγόνες στον αέρα. Το θυμάμαι, ο τόπος έκλεινε, τα πλακάκια ξεκολλούσαν βίαια απ’ το τοίχο και θρυμματίζονταν στο πάτωμα. Δεν είναι και λίγο πράγμα να βλέπεις το ακριβές δευτερόλεπτο που χρειάζεται για να ανοίξει μια λεπτή σχισμή στο τοίχο. Και τι ήμουνα, μικρό παιδί. Είχα διπλώσει στο πάτωμα κρατώντας με τα χέρια μου τον αυχένα. Δεν έφταιγα. Δυο ράφια με φλιτζάνια κομματιάστηκαν κι αυτά. Εδώ δεν έπαιζα με ξύλινα όπλα, εδώ ζούσα το πόλεμο ερήμην μου κι έκλαιγα ασταμάτητα. Συμβαίνει συχνά τα παιδιά να κλαίνε. Σύντομα επέστρεψε η μητέρα μου. Με ένα βουβό κλάμα προσπάθησε να με καθησυχάσει. Δε τα πολυκατάφερε είναι η αλήθεια, διότι από τότε υποψιάστηκα πως πίσω από τη πλαγιές πάντα κάτι άσχημο θα συμβαίνει.

Θα μου πείτε ποιος το ξέρει το μικρό αυτό νταμάρι κι αυτή η ιστορία σου δεν είναι κι η μοναδική στην επικράτεια. Δίκιο έχετε, η Ελλάδα είναι λεηλατημένη από παντού, νταμάρια, φράγματα, ανάπτυξη μπετόν αρμέ. Όμως δικαιούμαι και ‘γω το θρήνο μου γιατί το μικρό νταμάρι αυτό, της ‘Τούρλας’ όπως λέγεται, είναι η πρώτη εικόνα που αντικρίζει κανείς όταν παίρνει το πλοίο από το Πειραιά με προορισμό το Αιγαίο, τις Κυκλάδες, τη Κρήτη. Για όπου κι αν ταξιδέψει, αυτή είναι η εναρκτήρια σκηνή που συναντάει ο επιβάτης του πλοίου αν στρέψει το βλέμμα του στα δεξιά λες και επρόκειτο για αξιοθέατο: ένα κάθετο ωχρό βουνό, πληγιασμένο, νεκρό κι όσο κι αν βρέχει δε φυτρώνει τίποτα.

Η θέα του νταμαριού από τον Πειραιά


Στις μέρες μας, με τη ‘κάθοδο’ της COSCO στο Πειραιά πάρθηκαν αποφάσεις για αύξηση των προβλητών υποδοχής εμπορευματοκιβωτίων στο Πειραιά και στο Πέραμα. Δειλά-δειλά το νταμάρι των Σεληνίων επαναδραστηριοποιείται και μάλιστα νυχτερινές ώρες (;) , στη ζούλα, για να καλύψει με τα αδρανή του υλικά τις ανάγκες της επέκτασης. Οι δυναμίτες βέβαια έχουν προοδεύσει, σχεδόν αθόρυβοι πια κάνουν εξίσου καλή δουλειά.

Μα όσο εξελιγμένο δυναμίτη κι αν χρησιμοποιούν, τα εκρηκτικά της μαζικής κι αυτοοργανωμένης αντίστασης, καλό είναι στο τέλος να επιστρέφονται στο παραλήπτη που πρέπει. Άλλωστε ποιος θα κατηγορήσει μικρά παιδιά; Ο αντιτρομοκρατικός νόμος είναι μόνο για τους ενήλικες.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο 27ο τεύχος του περιοδικού "ΕΥΠΛΟΙΑ"

Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2011

Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2011

PARIS 1900. ΜΙΑ ΗΧΗΡΗ ΑΠΟΥΣΙΑ


Π. Λεμπέσης - "Προσωπογραφία γραίας"

Εδώ και αρκετούς μήνες ασχολούμαι με την ζωή και το έργο του Σαλαμίνιου ζωγράφου Πολυχρόνη Λεμπέση (1848-1913) στην προσπάθειά μου να συνθέσω την μονογραφία του, που ατυχώς δεν έχει ακόμη γραφτεί, αν και έχουν περάσει σχεδόν 100 χρόνια από τον θάνατό του. Ξεκαθαρίζω λοιπόν πως δεν είμαι και ο πλέον αντικειμενικός παρατηρητής. Και εξηγούμαι.

Επισκέφθηκα πριν λίγο καιρό την έκθεση της Εθνικής Πινακοθήκης ‘Paris 1900’ με την φιλοδοξία να αντικρίσω, πέρα όλων των άλλων εντυπωσιακών έργων, και την «προσωπογραφία γραίας» του Λεμπέση, μιας και ήξερα πως μέρος της έκθεσης παρουσιάζει τα ελληνικά έργα που είχαν εκτεθεί το 1900 στο Παρίσι. Μάλιστα, το τολμηρό αυτό έργο, που αποτελεί μια σπάνια ωδή στο γήρας, αγαπήθηκε ιδιαίτερα στην εποχή του, παρουσιάστηκε σε πολλές ελληνικές εκθέσεις των τελών του 19ου αιώνα, ενώ στο Παρίσι το 1900 έλαβε τον έπαινο¹ αποτελώντας έναν βασικό πυλώνα της ελληνικής συμμετοχής. Κι όμως, στην έκθεση της Πινακοθήκης, σκοπός της οποίας ήταν η αναπαράσταση των εκθεμάτων του ελληνικού ‘περιπτέρου’ στο Παρίσι, το έργο ατυχώς, δεν υπήρχε πουθενά .

Το επιχείρημα πως η προσωπογραφία του Λεμπέση είναι εκτός κλίματος μοντερνισμού, ατμόσφαιρα που επιθυμούν να χτίσουν οι διοργανωτές του ‘Paris 1900’, θα μπορούσε να γίνει πειστικό αν τα κριτήρια της επιλογής των ελληνικών έργων της έκθεσης ήταν καθαρά καλλιτεχνικά και σύμφωνα με το ανάλαφρο παριζιάνικο ύφος και το κίνημα του αρτ νουβώ.

Κάτι τέτοιο όμως δε φαίνεται να ισχύει διότι αν ίσχυε τότε πως εξηγούνται οι ηθογραφικοί πίνακες του Νικηφόρου Λύτρα ανάμεσα στα εκθέματα²; Ή με ποιο σκεπτικό η ηλικιωμένη με το εγγονάκι της, λαμπρό έργο του Ιακωβίδη, αντιπροσωπεύει καλύτερα την belle époque από την ηλικιωμένη του Λεμπέση; Θεωρώ πως εκκρεμεί μία απάντηση ως προς αυτό.

Και η απάντηση γίνεται περισσότερο επιτακτική αν σκεφτεί κανείς πως το συγκεκριμένο έργο του Λεμπέση βρίσκεται στην κατοχή της Εθνικής Πινακοθήκης από τότε που προσαρτίστηκε στις «αγκάλες» της η πλούσια συλλογή του Ευριπίδη Κουτλίδη και δεν θα κόστιζε τίποτα η μεταφορά του.

Αναρωτιέμαι λοιπόν, αν δεν παρουσιάζεται ο πίνακας στην έκθεση που αποτελεί δικαιωματικά φυσικό μέρος της, υπάρχει περίπτωση το τολμηρό και προωθημένο αυτό έργο, που φτάνει μέχρι το μεδούλι του ρεαλισμού, να εκτεθεί κάποια άλλη καλλιτεχνική στιγμή;

Φυσικά, η ήπια διαμαρτυρία μου δεν περιορίζεται στην αφάνεια απλά ενός μεμονωμένου έργου. Διαχρονικά, η αντιμετώπιση τού «σπουδαιότερου Έλληνα ζωγράφου»³, χαρακτηρίζεται από μεροληψία και αμέλεια, αν όχι εγκατάλειψη από τους φορείς του πολιτισμού. Φαίνεται ότι δεν έχει κατανοηθεί πλήρως το γεγονός πως ο Λεμπέσης αποτελεί τον «εισηγητή του αντιηρωικού στοιχείου στην ελληνική ζωγραφική» 4.


¹  Εφημερίδα ‘ΕΜΠΡΟΣ’, 12.8.1900, σελ. 1
²  Όπως πολλοί ιστορικοί της τέχνης έχουν σημειώσει, (Ν. Ζίας, Σ. Χρήστου, κ.λπ.) ο  
   γαλατάς του Λύτρα αποτελεί καλλιτεχνική επιρροή αν όχι κλοπή παλαιότερου έργου του
   Λεμπέση με τίτλο Το μεράκι του τσολιά που βρίσκεται στη Συλλογή Καλκάνη. Το  
   γεγονός αυτό ίσως αποτελεί και την εκκίνηση της χρόνιας διαμάχης μεταξύ Λύτρα και  
   Λεμπέση.
³  Βήμα, 26.7.1998
4  Μ. Στεφανίδης, Ελληνομουσείον

Σύρακας Σταμάτης

Κυριακή, 6 Μαρτίου 2011

ΣΑΛΑΜΙΝΙΑΚΟΙ ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ #2

Βλέποντας τον χάρτη της Σαλαμίνας παρατηρείς πως το σχήμα του νησιού μοιάζει με κύκνο. Έτσι εξηγείται που τα τραγούδια που ακούγονται στο νησί μοιάζουν με το κύκνειο άσμα του πολιτισμού.

Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2011

ΣΑΛΑΜΙΝΙΑΚΟΙ ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ #1

Η υποκρισία που συντροφεύει την Σαλαμίνα αντανακλάται στο γεγονός, πως όλοι οι ντόπιοι περηφανεύονται για την ναυμαχία της αλλά κανείς δε λέει ότι δεν πολέμησαν Σαλαμίνιοι σε αυτήν.

Χωρίς παρεξήγηση..

1.Κάθε ανάρτηση του blog εκφράζει μονάχα τον αρθρογράφο της_
2.Κάθε ιστορική αναφορά που παρατίθεται στο blog εχθρεύεται τις διαδρομές του πατριωτικού σπαραγμόύ ή της υπερηφάνειας._

.