Τετάρτη, 1 Σεπτεμβρίου 2010

ΒΑΚΙΛΟΣ, Γ' ΤΕΥΧΟΣ, ΣΕΛ. 64


Καταγραφή της εκτέλεσης τριών Σαλαμινίων την 7η Ιανουαρίου 1942 από τους Γερμανούς


Πληροφοριοδότρια: Αφροδίτη (Βίτα) Προκοπίου Σοφρά, σύζυγος Ιωάννη Βιλλιώτη
Γεννηθείσα: 1914
Σπουδές: Γυμνασιακές (οκτατάξιο Γυμνάσιο)
Η καταγραφή έγινε στις 16-5-09
Μέθοδος: Απλή καταγραφή

«Εξήντα επτά χρόνια θρηνώ· θρηνώ κάθε βράδυ για το πώς έφυγε ο Μητσάκης. Έζησα την εκτέλεση του κουνιάδου μου, του αδερφού του άντρα μου, του Γιάννη, το 1942.
            Θα στα πω όλα αναλυτικά, με το νι και με το σίγμα. Μέναμε τότε στο σπίτι της παραλίας. Το πρωί της παραμονής των Θεοφανίων πέρασε ο Μητσάκης από το σπίτι να πάρει τον άντρα μου να πάνε στο εμπορικό που είχαν ανοίξει, στην αρχή της Λεωφόρου Φανερωμένης. Του λέει ο άντρας μου «Πετάγομαι, Μήτσο, να πάρω κάτι κόλλες κι έρχομαι». Εκείνη την ώρα ανέβαινε η κλούβα των Γερμανών και πήγαινε πάνω στο Πυροβολείο. Σε λίγη ώρα κατέβηκε, βγήκαν οι Γερμανοί, τον άρπαξαν και τον έβαλαν μέσα. Κατά σύμπτωση η Κουλίτσα του Κουρτίδη είδε τι έγινε και ήρθε με κλάματα και με ειδοποίησε. Το βράδυ μάθαμε τι έγινε. Είχαν βγάλει μια διαταγή οι Γερμανοί να πιάσουν δέκα ομήρους για κάτι που είχε γίνει σ’ ένα άλλο νησί. Δεν ξέραμε για ποιο λόγο. Το ίδιο βράδυ τους πήγαν στο νησί (εννοεί τον Αγ. Γεώργιο) και μετά σ’ ένα ψηλό σπίτι (εννοεί τη βίλλα Παναγιωτόπουλου), που όποτε περνάω κλαίω. Οι Γερμανοί ήταν αυστηροί και βλοσυροί, δεν μας άφηναν να τους δώσουμε ρούχα κι είχε ένα κρύο, ένα χειμώνα βαρύ. Σηκώθηκα με τη συννυφάδα μου των Θεοφανίων να πάμε να τον δούμε. Δεν μας άφηναν. Τους επιτηρούσαν αυστηρά.
Μου λέει ο Βαγγέλης ο Σοφράς, ο πρώτος ξάδελφος του πατέρα μου: «-Βίτα μου, είναι δύσκολα τα πράγματα, θα πάρουν άλλους δέκα».
            Κείνες τις μέρες, μας είχαν απαγορέψει οι Γερμανοί την κυκλοφορία μετά τις 6 το απόγευμα. Έβλεπες όλο το πρωί και το μεσημέρι ανά εκατό μέτρα, πέντε-πέντε οι Γερμανοί να περιπολούν. Δεν μπορώ ν’ ακούω μπότα, ακόμα και τώρα· ακόμη και ήχους που μου τη θυμίζουν. Νωρίς το πρωί της εβδόμης του Γενάρη οι Γερμανοί έστησαν μπροστά στ’ αγάλματα τρεις στύλους ξύλινους. Όλοι καταλάβαμε πως κάτι ετοίμαζαν. Είχαν κλείσει και τη συγκοινωνία. Πέραμα δεν είχε, ούτε από τα Παλούκια, ούτε από τη Φανερωμένη. Βλέπω την Άννα την Παπασωτηρίου «-Θα σκοτώσουν τον πατέρα της Φραγκούλας, μου λέει. Θα πιάσουν κι άλλους ομήρους». Έβαλα τις φωνές, δεν άντεχα άλλο. Κλειστήκαμε στα σπίτια. Γύρω στις 10 το πρωί, οι Γερμανοί παρατάχτηκαν σε σχήμα Π μπροστά από τους ξύλινους στύλους με τα νώτα στραμμένα στα καφενεία. Όλες οι Αρχές της Κούλουρης ήταν εκεί. Ο Δήμαρχος, Γιώργος Παπασωτηρίου, η Αστυνομία, οι Λιμενικοί. Ήρθε η Κλούβα κι έβγαλαν τον κουνιάδο μου, τον Πούτο και έναν υπαξιωματικό του Ναυστάθμου από τις Σπέτσες, τον Ρούκα. Τους έβγαλαν δεμένους και τους έστησαν στους στύλους. Ήταν ένα πρωινό γλυκό, μια συννεφιά γκρι απαλή, μια ηρεμία, μια ησυχία!
Είχα κουφώσει το παράθυρο και τα ’βλεπα όλα. Βγήκα έξω και φώναζα σαν τρελή. Με έσπρωξαν οι Γερμανοί όμως και με ανάγκασαν να κλειστώ στο σπίτι. Πήγα πάλι στο παράθυρο. Ένας Γερμανός φώναξε το πυρ και τους σκότωσαν. Ο κουνιάδος μου σπαρτάραγε, δεν πέθανε αμέσως και πήγε ένας Γερμανός και του έδωσε τη χαριστική βολή κάτω από το σαγόνι.
            Δώσανε μετά διαταγή οι Γερμανοί να κρεμαστούν τα σώματα των νεκρών για τρεις μέρες, για παραδειγματισμό. Όταν σουρούπωσε κι άρχισε το αεράκι, έβλεπες τα σώματά τους να ταλαντεύονται και άκουγες το τρίξιμο του σκοινιού στο ξύλινο δοκάρι.
            Μετά τρεις μέρες άφησαν να πάρουμε τα πτώματά τους. Με συνοδεία Γερμανών τα πήγαμε στο σπίτι και μας απαγόρεψαν να τους κλάψουμε, να τους μοιρολογήσουμε, να μην μπει κανένας στο σπίτι τους, παρά μόνο οι γυναίκες τους. Όταν τους έθαψαν, πήγαν οι Γερμανοί κι έσπασαν τους σταυρούς. Αυτά έζησα και στα είπα. Κι ζω ακόμα για να τα λέω».
            
ο βομβαρδισμός του Ναυστάθμου από τα γερμανικά στούκας

Το γ' τεύχος του περιοδικού κυκλοφόρησε στις 30 Αυγούστου 2010 και τυπώθηκε σε 800 αντίτυπα. Αναζητήστε τα στα βιβλιοπωλεία του νησιού χωρίς αντίτιμο.

1 σχόλιο:

Ροβίνα Άλμπα είπε...

Μου αρέσουν αυτές οι αφηγήτριες. Το πληροφοριοδότρια μου ήχησε κάπως παράξενα και όχι ευχάριστα.... Κρατούν στη μνήμη τους μόνο ήχους , όπως ο ήχος της μπότας, το τρίξιμο των σχοινιών, κρατούν την αίσθηση του πόνου που δεν σβήνει με το πέρασμα των χρόνων, μένει για πάντα χαραγμένη στο νου τους η εικόνα των κρεμασμένων άψυχων σωμάτων ...Και έχουν ακόμα δάκρυα ή έστω θρηνιτική φωνή καθώς περνουν πάλι από τους τόπους του εγκλήματος.Δεν αναρωτιούνται γιατί; Ίσως γιατί κατα βάθος κάθε απάντηση δεν είναι ικανή να δικαιολογήσει τίποτα .Είναι οι μοιρολογητές του ανθρώπινου πόνου, τους σεβόμουν και τους αγαπούσα πάντα αυτούς τους ανθρώπους αλλά τώρα τελευταία περνάει μια σκέψη από το μυαλό μου που διστάζω ακόμα και να τη διατυπώσω...Έχουν μια καρτερικότητα αυτοί οι άνθρωποι , ναι δε λέω είναι ικανοί να προσφέρουν παρηγοριά, αλλά έχουν μια καρτερικότητα που που δεν μου αρέσει μια καρτερικότητα άξια περιφρόνησης..Υπάρχουν κι άλλοι τρόποι να κοιτάς τη ζωή όχι μόνο πίσω από κουφωμένα παράθυρα όχι μόνο να μαζεύεις τα καημένα πτώματα των ανθρώπων..Μια σκέψη είναι αυτή γιατί η αφηγήτρια μου είναι πολύ αγαπητή και μου μετέδωσε το ρίγος του πόνου και του φόβου.

Χωρίς παρεξήγηση..

1.Κάθε ανάρτηση του blog εκφράζει μονάχα τον αρθρογράφο της_
2.Κάθε ιστορική αναφορά που παρατίθεται στο blog εχθρεύεται τις διαδρομές του πατριωτικού σπαραγμόύ ή της υπερηφάνειας._

.