Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2009

OI ΤΣΙΓΓΑΝΟΙ ΣΤΑ ΑΜΠΕΛΑΚΙΑ


Εκεί που σήμερα είναι το γήπεδο των Αμπελακίων, υπήρχε μέχρι το 1984 μια λίμνη, η λίμνη Αλμυρή. Την έλεγαν έτσι γιατί συνόρευε μ’ ένα μικρό κανάλι με τη θάλασσα και το νερό της ήταν υφάλμυρο. Κάθε χειμώνα τα νερά της βροχής γέμιζαν τη λίμνη, τα βούρλα θέριευαν και τα βατράχια διαιώνιζαν το είδος τους.


Μιαν άνοιξη μου λέει ο φίλος μου ο Ηλίας: «Ρε κάτι μεγάλα πουλιά έχουν έρθει στη λίμνη».Πλησιάσαμε σιγά-σιγά ,σκυφτοί πίσω από τα βούρλα και μέσα στις λάσπες. Έξι κύκνοι είχαν κατέβει για να ξεκουραστούν, μάλλον από κάποιο μακρινό ταξίδι. Οι φιγούρες τους αντανακλώνταν στα ακίνητα νερά της λίμνης. Με αργές κινήσεις κολύμπαγαν πότε ό ένας πίσω από τον άλλον, πότε κυκλικά ανά δύο με τα ταίρια τους, κι όλο έκαναν μια σπασμωδική κίνηση με το λαιμό τους ως δείγμα αισθησιασμού και αφοσίωσης. Μετά από αρκετή ώρα άνοιξαν τα φτερά τους και συνέχισαν το ταξίδι τους. Κατευθύνθηκαν βόρεια προς Ελευσίνα. Σηκωθήκαμε όρθιοι και τους κοιτούσαμε μέχρι που χάθηκαν από τα μάτια μας.

Καθώς ερχόταν το καλοκαίρι και οι βροχές ελαττώνονταν , η λίμνη όλο και μίκραινε σαν ένα αστέρι στο σύμπαν που σβήνει και μαζί λιγόστευε και η αντανάκλαση του ουρανού με τα λίγα σύννεφα. Στο ξερό πια έδαφος της λίμνης έρχονταν αναπάντεχα οι τσιγγάνοι και έστηναν τα τσαντήρια τους. Σε λίγες μέρες όλη η έκταση είχε γεμίσει σκηνές. Παντού φωνές, μαλώματα, τραγούδια του Αγγελόπουλου και του Καζαντίδη ακούγονταν από τα Ντάτσουν. Γυμνά παιδάκια έτρεχαν, οι τσιγγάνες ‘έπλεναν κι άπλωναν ρούχα και μαγείρευαν στη φωτιά.



Έφευγα από το σπίτι φορώντας ένα σορτσάκι και κατέβαινα στη λίμνη. Είχα γνωρίσει τα προηγούμενα καλοκαίρια δύο τσιγγανόπουλα τον Χρήστο και τον Ευγένιο. Βρίσκαμε μια πλακούρα κάτω από μια σκιά και παίζαμε πεντόβολα. Μετά όταν μαλώναμε με τις ίδιες πέτρες αρχίζαμε τον πετροπόλεμο. Γρήγορα τα βρίσκαμε. Προχωρούσαμε στου Τσικουράκου για μπάνιο και κολυμπούσαμε γυμνοί μαζί με τα άλλα τσιγγανάκια. Δεν ξεχώριζα ανάμεσά τους, μ’ έπιανε για τα καλά ο ήλιος.


Αρκετές φορές οι τσιγγάνες έβγαιναν στη ζητιανιά, στα γύρω σπίτια. Τα τρόφιμα και το λάδι ευπρόσδεκτα , αλλά και τα λεφτά ακόμα καλύτερα. Μ’ αυτά πήγαιναν στο μπακάλικο της Φανιώς και ψώνιζαν. Η Φανιώ απορούσε . «Μα πού θα τα μαγειρέψετε όλα αυτά που πήρατε; Έχετε κουζίνα; Έχετε πετρογκάζ;» . «’Οπως εσύ έχεις το νοικοκυριό σου έτσι έχουμε κι εμείς» της ανταπάντησε μια.


Θα ήταν καλοκαίρι του ’78 Αύγουστος. Ο Χρήστος θα γινόταν νονός. Αγοράκι θα βάφτιζε Με κάλεσε στα βαφτίσια. Στην εκκλησία του Καματερού θα γινόταν. Ο Παπακώστας , στραβόξυλο μεν , ανοιχτόμυαλος δε Αμέσως δέχτηκε να γίνουν τα βαφτίσια. Όλοι οι καλεσμένοι φορούσαν πολύχρωμα ρούχα, μα πιο πολύ είχαν αστραφτερά πρόσωπα. Είχαν έρθει κι άλλοι τσιγγάνοι, συγγενείς και φίλοι, από άλλα μέρη. Αφορμή για προξενιά, αφορμή για έρωτες ήταν η ομήγυρη αυτή. Ο Χρήστος παντελόνι γαλάζιο, πουκάμισο κίτρινο. Το όνομα που έδωσε στο αγοράκι ήταν Χρυσοβαλάντης. Πρώτη μου φορά άκουσα αυτό το όνομα Ο πατέρας του μωρού που βαφτίστηκε, καθόταν έξω από την εκκλησία. Μόλις ο Χρήστος είπε το όνομα πολλά τσιγγανάκια έτρεξαν έξω να του το αναγγείλουν. Αυτός τότε σκόρπισε κέρματα στην αυλή και τα παιδιά άρχισαν να τα μαζεύουν.


«Πήγαινε ρε», μου έκανε νόημα ο Χρήστος, «πήγαινε, τρέχα». Πήγα και μάζεψα 9 δραχμές. Τα μοιραστήκαμε αργά το απόγευμα.

«Εγώ αν ήμουνα θα είχα μαζέψει πιο πολλά», μου είπε.


Δυο βράδια θυμάμαι είχε έρθει το περιπολικό της αστυνομίας. Οι κάτοικοι γύρω από τη λίμνη παραπονιόντουσαν για τις φασαρίες και για τα σκουπίδια. Μάλλον όμως τους ενοχλούσε η παρουσία των τσιγγάνων και μόνο. Οι γυναίκες φώναζαν , έκλαιγαν, ασυναίσθητα έκλαιγαν και τα παιδιά μαζί τους, οι άντρες διαπληκτίζονταν με τους αστυνομικούς Την άλλη μέρα κάποια τσαντήρια είχαν φύγει. Μερικά όμως παρέμεναν.

Τα χρόνια πέρασαν, η λίμνη μπαζώθηκε κι έγινε γήπεδο. Που και που κάνενα βράδυ στα κλεφτά, ξαποσταίνει κάνα καραβάνι με Ντάτσουν στην μπαζωμένη πια ακτή του Τσικουράκου. Την άλλη μέρα έχει φύγει. Κανείς δεν ξέρει για πού. Τελευταία φορά που είδα το Χρήστο και τον Ευγένιο ήταν το ’79.Είχα τελειώσει την Τετάρτη δημοτικού. Δεν τους ξαναείδα. Νιώθω βαθιά μέσα μου όμως πως είναι καλά, πως κάνουν τη ζωή που τους αρέσει, μια ζωή ανέμελη, ελεύθερη, σαν εκείνους τους κύκνους που ένα ανοιξιάτικο μεσημέρι ήρθαν αναπάντεχα στη λίμνη κι έφυγαν ξαφνικά για να γνωρίσουν άλλους τόπους.


4 σχόλια:

Αθηνά είπε...

Και είναι η ματιά του παιδιού αφοπλιστική, απλή και δεν χρειάζονται πολύπλοκες κοινωνικές αναλύσεις κ.τ.λ. κι αυτό όχι γιατί είναι αθώα ματιά, έχω πολλές αντιρρήσεις επ' αυτού, αλλά γιατί ξεχωρίζει σοφά το ουσιαστικό από το επίπλαστο ,από το κοινωνικώς καταξιωμένο, δεν διακρίνει ακόμα τις ταμπέλες των κοινωνικών διαχωρισμών.. Και το ουσιαστικό είναι η συμμετοχή στο παιχνίδι στο μπάνιο, είναι η φιλία..Δεν υπάρχει καμιά απόσταση μεταξύ μας παρά μόνο η απόσταση που δημιουργούν οι κοινωνικές ανισότητες σε όλες τις ομάδες των ανθρώπων.Τα "άσχημα " που μπορεί κανείς να διακρίνει σ' αυτή τη φυλή είναι αποτέλεσμα συνθηκών που σιγά-σιγά κι αυτοί τις δαμάζουν και όλο και περισότερο ενσωματώνονται στο κοινωνικό σώμα χωρίς να΄ πιστεύω πως αυτό είναι οπωσδήποτε προτέρημα.Όσο για τη βρωμιά που συχνά ακούω να τους κατηγορούν , για τα σκουπίδια, είναι γεγονός, όπως γεγονός είναι ότι κι εμείς οι άλλοι... έχουμε κάθε 100 μέτρα μια χωματερή .Εκείνο που εύχομαι είναι να μην χάσουν αυτή την επιθυμία για περιπλάνηση , αυτά τα θορυβώδη και διονυσιακά γλέντια τους. Ένιωσα μεγάλη χαρά όταν μια μέρα ,ήμουν στο λεωφορείο της γραμμής , είδα κάτω από μια γέφυρα , κοντά στο τρίτο νεκροταφείο , μια οικογένεια τσιγγάνων. Είχαν στήσει εκεί το σπιτικό τους. Ο άντρας έπινε τον καφέ του σ' ένα μικρό τραπεζάκι, και κάνπιζε .Η γυναίκα έστρωνε το στρώμα που είχαν για κρεβάτι . Άπλωνε τα χρωματιστά σεντόνια ή κουβέρτες , δεν μπόρεσα να δω καλά και θαύμασα την επιμέλεια και το νάζι της καθώς το έκανε.Κι εγώ ένιωσα μια βαθιά χαρά.Ϋπάρχει ακόμα τρόπος διαφυγής , σκέφτηκα ,από τα πράγματα τα πολύ τακτοποιημένα από τη ζωή την πολύ μετρημένη και τακτική.Τους χρωστώ αυτό το αίσθημα φυγής και περιπλάνησης...

Ανώνυμος είπε...

μπραβο,ωραιες ιστοριες ξεπροβαλλουν
απ τα μπαγκαζια σας ,των αναμνησεων και των αισθησεων
να που η νοθεια καμια φορα βρισκεται
στην αποτυπωση και οχι στην εντυπωση
να στε καλα και εις αλλα

Ανώνυμος είπε...

μπραβο,ωραιες ιστοριες ξεπροβαλλουν
απ τα μπαγκαζια σας,των αισθησεων και των αναμνησεων
να που η νοθεια,ορισμενες φορες,δε βρισκεται στην εντυπωση αλλα στην αποτυπωση
να στε καλα και εις αλλα

Ανώνυμος είπε...

οκ,τωρα ειδα οτι πασχει απο κατακρατηση σχολιων
παντως μια εξοικειωση στη λογοκρισια
την τραταρει
το δευτερο μαλλον βαλε

η αρχειοθήκη μας

Χωρίς παρεξήγηση..

1.Κάθε ανάρτηση του blog εκφράζει μονάχα τον αρθρογράφο της_
2.Κάθε ιστορική αναφορά που παρατίθεται στο blog εχθρεύεται τις διαδρομές του πατριωτικού σπαραγμόύ ή της υπερηφάνειας._

.