Παρασκευή, 3 Δεκεμβρίου 2010

Γυμνά τοπία


   Απόσπασμα από το μυθιστόρημα της  Margaret   Nebouno 

……………… Έβλεπε τις αλλαγές  να γίνονται τώρα τελευταία πιο γρήγορα , υπολόγιζε πως δε  θα χρειαζόταν να ξανάρθει πολλές φορές εδώ  σ’ αυτή την ερημιά. Να σήμερα η γριά δεν τον  δέχτηκε μέσα στο σπίτι της, ήταν έξω στην αυλή  παρ’ όλο που είχε αρχίσει το κρύο του χειμώνα. Δε φορούσε βαριά ζακέτα παρά ένα ελαφρύ πανωφόρι , του πρόσφερε μόνο ένα ποτήρι νερό ..Όλα λοιπόν έδειχναν πως όπου νάναι θα τελείωνε και μ’ αυτήν.
Το μόνο που τον πείραζε ήταν ο τόνος της φωνής της  και  βέβαια οι σκέψεις της. Απορούσε πως έβρισκε τόσα παραμύθια για ν’ αντιστέκεται.
Την άκουγε τώρα να του μιλά για το  τοπίο γύρω.
-Κοίτα … Τοπίο παράξενο…Άγριο,  γυμνό ,τοπίο εξορίας . Από παλιά πίστευαν οι  άνθρωποι πως τα γυμνά τοπία  ήταν ο σκληρότερος τόπος για τα ανήσυχα πνεύματα, πίστευαν πως η γυμνότητα των τοπίων θα άγγιζε και τις ψυχές  αυτών των αλλιώτικων ανθρώπων και θα τις λύγιζε.
Τους παραπλάνησε η δική τους ανάγκη για σκιερά δέντρα, για παρήγορα κελαρύσματα νερών γιατί στην πραγματικότητα τα γυμνά τοπία  είναι η έκφραση , η δύναμη των ανήσυχων πνευμάτων: Βλέπω τώρα τελευταία και κουβαλούν εδώ στις φυλακές της κοιλάδας νεαρούς άντρες  κι ακούω   ότι αλλού οδηγούν στις φυλακές νεαρές γυναίκες και αλήθεια σου λέω πως αναριγά το χώμα  όταν η κλούβα έχει μέσα της τέτοιες υπάρξεις. Και βέβαια δεν το πιστεύεις αλλά εγώ το ακούω, ακούω τις σκέψεις τους. Και ξέρεις τι λένε;
Την κοίταξε με απορία. Τι θα του έλεγε πάλι; Κάθε φορά που πήγαινε την έβρισκε πιο κοντή , πιο αδύνατη  έκανε τη σκέψη πως αφού δεν μπορούσε  να δαμάσει τη φλόγα του μυαλού της  δάμαζε το κορμί της οδηγώντας το  στο θάνατο  με τη στέρηση του φαγητού. Άρχισε να φαίνεται διάφανη. Κι ώρες- ώρες πίστευε πως θα την έβλεπε να την παίρνει ο αέρας.
-Τι λένε λοιπόν;
Μεσολάβησε μια μικρή σιωπή. Κάθισε σ’ έναν μικρό βράχο πήρε στα χέρια της ένα  κλαδί  κι άρχισε να σκάβει το χώμα με δύναμη  και πέταγε τις μικρές πέτρες μακριά. Έτσι σκυμμένη  άρχισε:
- Είμαστε και παραμένουμε για πάντα ίδιοι, ακλόνητοι κι όλο περισσότερο δυναμώνουμε παίρνοντας και κάτι από τις χρυσές ανταύγειες του σκληρού μεταλλεύματος που κρύβει αυτό το χώμα. Καθαροί ,λαμπεροί διεκδικώντας τα πάντα. Δεν έχουμε τίποτα να φοβηθούμε γιατί στην πραγματικότητα όλοι και σεις οι απ’ έξω ξέρετε πως  η ομορφιά είναι με το μέρος μας. Και διαλέγουμε και μεγάλες  σιωπές , πολύ μεγάλες σιωπές   και  μεγάλες αναχωρήσεις, όχι γιατί αδειάσαμε αλλά   γιατί πάντα πρέπει να υπάρχουν οι αναχωρητές,  οι φύλακες  των σπόρων  της περηφάνιας του ανθρώπινου είδους  που κάποτε θα δώσουν τη δυνατότητα σε όλους ν’ αποκτήσουν βλέμμα καθαρό  και επιθυμία  να  ορίσουν όλα τα πράγματα πάλι από την αρχή.
Α σήμερα το παράκανε. Για ποιους μιλούσε, τι ονειρευόταν πάλι;
-Άκου σε βαρέθηκα. Άρχισες πάλι τα παραμύθια σου. Εσύ βρίσκεσαι εδώ χρόνια. Που είναι ο κήπος  που είχες κάποτε, που είναι εκείνα τα όμορφα άσπρα σκυλιά ακόμα και το σπίτι σου που ήταν κάποτε γεμάτο λουλούδια, τώρα δεν έχει μείνει παρά ένα ετοιμόρροπο καλύβι Τι τα κανες όλα αυτά; Έρχομαι εδώ  και σ’ ακούω να μιλάς ηρωικά, ενώ τις νύχτες κρυφά γκρεμίζεις όλα τα καταφύγια της ζωής.
-Άσε λίγο ακόμα να ονειρεύομαι..
-Δεν  ονειρεύεσαι, απλά καλύπτεις την αδυναμία σου φωνάζοντας. Σε βαρέθηκα.. Γιατί δεν κάνεις το άλμα;
-Μη με πολεμάς τόσο σκληρά. Το ξέρεις πως τους περιμένω.
-Ναι καιρός είναι ν’ ακούσω τώρα  πάλι για κείνη την ιστορία που σου έλεγε η μάνα σου πως όταν ήσουν μικρή της είχε αφηγηθεί εκεί στα χωράφια  ένα καλοκαίρι  μια ιστορία . Ήταν λέει μια μάνα που είχε ένα γιο. Κάποτε ο γιός της έφυγε στα ξένα. Και τα χρόνια περνούσαν  κι αυτή όλο τον περίμενε κι εκείνος δε γύριζε .κι άρχισαν οι γειτόνισσες να της λένε: μην τον περιμένεις πια δεν πρόκειται νάρθει. Κι αυτή κάθε που άλλαζε ο χρόνος έσφαζε έναν κόκορα , τον μαγείρευε  και μετά έβγαινε στην άκρη του χωριού και περίμενε το γιό της. Και ναι, γύρισε και τους καθρέφτες του σπιτιού της ανάποδα να μη βλέπει το πέρασμα του χρόνου και περίμενε. Και μια μέρα γύρισε ο γιός της. Αφού το ξέρεις τα παραμύθια είναι η αδυναμίες των ανθρώπων. Ποτέ τα πράγματα δε γίνονται έτσι όπως τα λένε αυτά.
Και μου λες τώρα πως τους περιμένεις. Μα αν  πίστευες πως θα γυρίσουν, θα τα κρατούσες όλα ακέραια. Οι τόποι που έχουν ελπίδα επιστροφής είναι πράσινοι, έχουν δέντρα, έχουν καρπούς και λουλούδια. Γιατί λες τόσα ψέματα στον εαυτό σου;
-Γιατί αλλιώς δε θα ξυπνήσω
-Και ποιος έχει ανάγκη από καχεκτικές αδύναμες γριές που κάθονται σε γυμνά τοπία και κάνουν τάχα πως κρατούν στις χούφτες τους σπόρους ελπίδας. Σταμάτα να ζεις με παραμύθια.
 Ήταν ανελέητος.
-Εγώ τώρα θα φύγω. Αρκετό καιρό έχασα μαζί σου.
Περίμενε ν’ ακούσει ένα λυγμό, αυτή τη μικρή αδύναμη φωνή να τον παρακαλάει να μείνει. Σιωπή
Κι είχε βγει το φεγγάρι όταν κόντευε να φτάσει στο δρόμο που είχε αφήσει το αυτοκίνητό του. Και είχε αποφασίσει πως  δε θα ξαναρχόταν σ’ αυτό το μέρος. Πρέπει πια οι άνθρωποι να μάθουν να πεθαίνουν  χωρίς μάταιες αντιστάσεις, να παραδίνονται , να μην καταφεύγουν  στις φωλιές  των νεκρών ελπίδων.
Έτσι πίστευε γιατί ήταν μόνος στη γη χωρίς συγγενείς και κάπου-κάπου έπαιζε το ρόλο του παρηγορητή σ’ εκείνους που βρίσκονταν στο χείλος της αβύσσου. Περίεργος παρηγορητής, έτοιμος κάθε στιγμή να δώσει ένα ελαφρύ σπρώξιμο στην πλάτη κι όλα να τελειώσουν μ’ αυτόν τον όμορφο θόρυβο του πετάγματος.
Τώρα περίμενε ν’ ακούσει πίσω του αυτόν τον ήχο. Σιωπή. Γύρισε. Μάλλον το φως του φεγγαριού έφταιγε. Είδε καθαρά το σπίτι να ορθώνεται ψηλό, τα μπαλκόνια του γεμάτα λουλούδια, άκουσε γαυγίσματα και η φιγούρα της γριάς εκεί πάνω ψηλά θεόρατη.
-Ε ναι μερικές φορές  είναι τελικά πιο δυνατοί από μένα.
-Δε σταματάτε λέω εγώ όλοι σας τα παραμύθια. Εγώ  δε βλέπω εδώ παρά μόνο γυμνά βουνά κι άντε να προχωρήσουμε γιατί  η πόλη είναι ακόμα μακριά.
Μικρός  λογικός  άνθρωπος που δεν γνωρίζει τη δύναμη των παραμυθιών. Και σηκώθηκε ξαφνικά ένας άνεμος περίεργος σαν εκείνους τους ανέμους που νομίζεις πως μεταφέρουν αιώνες ολόκληρους δυνατά λόγια   κάποιων  ανθρώπων. Ανθρώπων  που πάντα υποτιμούσαν τον κίνδυνο και πίστευαν πως μπορούσαν να ορίζουν τα όρια των λόγων τους και των πράξεων τους με την απλότητα και την τολμηρή αυθαιρεσία των άγριων λουλουδιών που φυτρώνουν στις σχισμές των βράχων Κι άκουγαν τον άνεμο  να λέει …
-Μα είναι δυνατόν να λες και άκουγαν τον άνεμο να λέει.. Αν τον άκουγαν  όλα θα  ήταν διαφορετικά, θα υπήρχε ελπίδα. Πες λοιπόν εσύ τι θα ήθελες να λέει ο άνεμος. --Και τι νόημα έχει να πω εγώ τι θα ήθελα να λέει αν εσείς δε θα τα ακούσετε. 
-Πάλι κάνεις λάθος. Δεν είσαι μόνη σου  Κι άλλοι περπατούν μαζί σου  κι ας βλέπουμε εμείς πως βουλιάζετε στο ζεστό βάλτο των ιδεών εσείς προχωράτε κι ακούτε τον άνεμο να λέει:                                   
«Ο Ζαρατούστρας αδελφοί μου, έρχεται σαν το ευχάριστο και δροσερό φύσημα για όσους είναι κουρασμένοι  από τους δρόμους….Η ελεύθερη πνοή του φυσάει ανάμεσα κι από τους τοίχους και μέσα στα κάτεργα και στα πνεύματα, που είναι στα σίδερα! Η θέληση σπάει τα δεσμά, γιατί το θέλω είναι δημιουργώ..»……….

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

αισιοδοξο
τρυφερό
αυτο ήθελα να διαβάσω
ελένη

η αρχειοθήκη μας

Χωρίς παρεξήγηση..

1.Κάθε ανάρτηση του blog εκφράζει μονάχα τον αρθρογράφο της_
2.Κάθε ιστορική αναφορά που παρατίθεται στο blog εχθρεύεται τις διαδρομές του πατριωτικού σπαραγμόύ ή της υπερηφάνειας._

.