Ανέκαθεν η Σαλαμίνα αποτελούσε το νησί της εύκολης λύσης, κυρίως για τα άτομα που ανήκαν στις ασθενείς οικονομικά τάξεις, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να έχουν ένα εξοχικό, να κάνουν τα μπάνια τους τα καλοκαίρια και να ξεφεύγουν τα σαββατοκύριακα γρήγορα από τα όποια περιβαλλοντικά προβλήματα του κλεινού άστεος και του Πειραιά.
Η οικονομική κρίση αύξησε την εισροή των επισκεπτών της μίας ημέρας στο νησί. Από το Πέραμα φορώντας τα μαγιό τους μπαίνουν στα φέρυ, βγαίνουν στα Παλούκια κι από κει στο Μούλκι για μια βουτιά. Η παραλία στο Κατσούλη θυμίζει προσκύνημα των Ινδών στο Γάγγη ποταμό από το πλήθος των λουομένων. Όσοι μπορούν θα πάνε σε μια ταβέρνα, άλλοι κρατούν τα τάπερ με τα κεφτεδάκια κι άλλοι, πιο τυχεροί, θα φιλοξενηθούν σε φιλικό σπίτι, σε ένα από τα χιλιάδες εξοχικά του νησιού.
Το βράδυ της Κυριακής η ουρά των αυτοκινήτων φτάνει μέχρι τα φανάρια της διασταύρωσης των λεωφόρων Βενιζέλου και Ιπποκράτους. Υπομονετικά θα φτάσουν στα φέρυ για να ζήσουν για 5 περίπου μέρες τη μονοτονία της δουλειάς τους. Το σκηνικό επαναλαμβάνεται το άλλο σαββατοκύριακο.
Μια συγγενής μου λέει: «όλοι τη κοροϊδεύουν τη Σαλαμίνα κι όλοι εδώ καταλήγουν».
Τη Σαλαμίνα, λοιπόν, τη κοροϊδεύουν, γιατί δεχόταν πάντοτε στη θάλασσά της τη μόλυνση των αστικών λυμάτων της Αθήνας, γιατί κυριαρχεί παντού η άναρχη δόμηση, γιατί υπάρχουν παντού σκουπίδια, γιατί η Λειψοκουτάλα (Ψυττάλεια) βγάζει δυσοσμία, γιατί οι ιχθυοκαλλιέργειες έχουν καταλάβει τις καλύτερες παραλίες, γιατί ο τύμβος είναι γεμάτος σκουπίδια και ναυπηγεία.
Με δυο λόγια η Σαλαμίνα, κατά κύριο λόγο, ήταν το νησί που πάντοτε εισέπραττε και εισπράττει την αδιαφορία της πολιτείας και της αναλγησίας των κρατικών φορέων, οι οποίοι πάντοτε εξυπηρετούν τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα των ναυπηγείων, της cosco, των ιδιοκτητών των φέρυ και των ιχθυοκαλλιεργητών.
Η κρίση περνάει από τη Σαλαμίνα.
Τετάρτη 14 Ιουλίου 2010
Τοπίο με την πτώση του Ίκαρου
Είδα αυτόν τον πίνακα σε κάποιο άλλο μπλοκ και μου άρεσε. Είναι του PieterBrueghelτου Γέρονταή αλλιώς του παλαιότερου αλλά προτιμώ του Γέροντα, γιατίυπήρξε ζωγράφος και ο γιός του με το ίδιο όνομα
Πολύ γοητευτικός πίνακας ..αλλά με βάζει σ' έναν ιδιαίτερο προβληματισμό. Ο τίτλος είναι Τοπίο με την πτώση του Ίκαρου. Το πέταγμα του Ίκαρου έχει να κάνει με την επιθυμία του ανθρώπου να ξεφύγει από την έλξη του χώματος να πετάξει να κυριαρχήσει όπως κατά κάποιον τρόπο στη γη έτσι και στον αερα να τον περπατήσει κι αυτόν.
Είναι αλαζονεία, ανυπακοή και διάθεση ν' αποδείξει πως ο άνθρωπος όλα τα μπορεί. Κι έρχεται τώρα ο ζωγράφος και βάζει σε πρώτο κυρίαρχο πλάνο τον γεωργό , αφοσιωμένο στο όργωμα , στο χώμα , δεν τον ενδιαφέρει τίποτα άλλο και σε δεύτερο πλάνο ο βοσκός κάπως πιο περίεργος αλλά κι αυτός κοιτάζει σε λάθος κατεύθυνση. Μετά το καράβι επιβλητικό κι εκεί στη γωνία ένα μικρό φτωχό ποδάρι του πνιγμένου Ίκαρου . Τέτοια αποκαθήλωση του Ικάριου εγχειρήματος δεν έχω ξαναδεί. Και μάλλον δεν είναι τυχαίο, δεν ξέρω τη φιλοσοφία του ζωγράφου ίσως να σημαίνει πως οι άνθρωποι οι σύγχρονοι ενός τολμηρού πειράματος είναι τόσο προσηλωμένοι στις συνήθειές τους, φοβούνται τόσο την αλλαγή και δεν τολμούν να αναγνωρίσουν ή να θαυμάσουν κάτι καινούργιο ή μπορεί ο ζωγράφος να θέλει να δείξει τη δική του ιεράρχηση στα επιτεύγματα του ανθρώπου, πράγμα που μου φαίνεται πιο συμπαθές. Γιατί αλήθεια θαυμάζω μέχρι φόβου τα τεχνολογικά επιτεύγματα του ανθρώπου ,αλλά σκύβω με ευλάβεια πάνω από τη γη και τους καρπούς της και ταπεινά αναρωτιέμαι τι μας διαφεύγει , όταν την ίδια στιγμή κάπου σε μια χώρα θάβουν ακόμα μέχρι το λαιμό μια γυναίκα και την λιθοβολούν εως θανάτου γιατί ο άντρας της την κατηγόρησε για μοιχεία ...Μα θα πει κανείς έτσι είναι ο κόσμος γεμάτος αντιθέσεις..
Μέχρι να βρεθεί ίσως μια άλλη ισορροπία πραγμάτων εγώ κοιτώ τον πίνακα , θαυμάζω το γεωργό τη σταθερή ρίζα του είδους , καλοτυχίζω τον βοσκό ως τον πιο αμέριμνο κι έχω ένα μικρό θρήνο στην καρδιά μου για το ποδαράκι του Ίκαρου που πλέει πάνω στο νερό ... αλλά το μυαλό μου δονείται από κάτι που δεν αποτυπώνεται στον πίνακα. Από τη μεγάλη κραυγή του Ίκαρου που έμεινε πίσω , στον αέρα , κραυγή όχι πόνου, όχι ήττας αλλά εναντίωσης και κατά καιρούς συνεπαίρνει πάλι κάποιες δυνατές ψυχές
ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗ 9 ΙΟΥΛΙΟΥ- ΔΙΠΛΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΥ
ο ανθρωπισμός του συστήματος σε όλες του τις εκφάνσεις είναι τόσο απεχθής που με κάνει να σκέφτομαι πως ο θάνατος μιας θαλάσσιας χελώνας κοστίζει όσο 10 ανθρώπινοι θάνατοι πολιτικών.
Τη διαχείριση του εστιατορίου "Barθelonica", που δούλευαν, ανέλαβαν εργαζόμενοι στη Θεσσαλονίκη με σκοπό να αποφύγουν την απόλυση και το "λουκέτο", μετά την ανακοίνωση των ιδιοκτητών του μαγαζιού ότι η επιχείρηση θα κλείσει για τους τρεις καλοκαιρινούς μήνες και είναι αμφίβολο αν θα ξανανοίξει... καθώς «δεν πηγαίνει καλά».
Το εστιατόριο,εδρεύει στην οδό Βενιζέλου (Στοά Ρογκότη) και οι ιδιοκτήτες ανακοίνωσαν στο προσωπικό ότι θα απολυόταν άμεσα, ενώ οι αποζημιώσεις θα καταβάλλονταν τον Οκτώβριο, αν υπήρχαν διαθέσιμα χρήματα.
Το εστιατόριο Barhelonica θα το διαχειρίζονται οι ίδιοι οι εργαζόμενοι με τη γενική συνέλευσή τους. Οι αποφάσεις για την λειτουργία του θα λαμβάνονται με πλειοψηφία, ενώ ό,τι περισσεύει από τα έσοδα -αφού αφαιρεθούν τα έξοδα- θα μοιράζεται ισότιμα σε όλους. Επιπλέον θα παρέχεται έκπτωση 30% σε όλους τους πελάτες του εστιατορίου.
«Καλούμε όλους τους εργαζόμενους, τη νεολαία και το λαό της Θεσσαλονίκης να μας στηρίξουν ενεργά σε αυτή μας την προσπάθεια να σώσουμε τις δουλειές μας», υπογραμμίζουν οι εργαζόμενοι, υπενθυμίζοντας ότι το εστιατόριο λειτουργεί από τις 11 το πρωί μέχρι τη 1 το βράδυ και παραμένει κλειστό τις Κυριακές.
Κάποτε τα γράμματα των φίλων , τα λόγια των αγαπημένων, άφηναν κάποια κενά. Κι εγώ τρύπωνα σ’ αυτά τα κενά κι έβαζα τις δικές μου ειδήσεις, τα δικά μου αισθήματα. Μου άρεσε να τους πειράζω κι ελαφρώς να τους ειρωνεύομαι, άλλη φορά θα αναλύσω αυτή την ειρωνεία, …μου άρεσε να τραβώ τις σκέψεις τους μέχρι τα άκρα. Ώρες-ώρες μ ενθουσίαζε αυτή η επανάσταση των δωματίων. Δύσκολα πρόσθετα λέξεις τρυφερές, λέξεις που χαϊδεύουν και καθησυχάζουν. Δεν τις είχα ανάγκη τότε, τότε ήμουν νέα, τότε ήταν όλοι δίπλα μου, δεν είχα απώλειες. Θα μου πει κανείς, το ότι η ζωή προχωράει, το ότι τα πράγματα αλλάζουν, οι άνθρωποι φεύγουν, απομακρύνονται, δεν είναι αυτό κριτήριο για να μιλήσεις γι’ αυτά που έζησες. Η αλήθεια τους δεν αλλοιώνεται. Αυτό είναι αλήθεια, όπως αλήθεια είναι ότι τώρα τα γράμματα είναι πια σπάνια, τώρα το τηλέφωνα, τα μηνύματα στον ηλεκτρονικό υπολογιστή είναι πιο εύκολα , πιο γρήγορα. Όμως αυτή η επικοινωνία εμένα μου φαίνεται πιο πρόχειρη, μπορεί να σου διαφύγει ο εσωτερικός πόνος , πόθος αν υπάρχει ,μου φαίνεται πως οι λέξεις στο χαρτί έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα. Θυμήθηκα τώρα τον ταχυδρόμο, τότε παλιά στο χωριό . Ερχόταν κάθε Τρίτη κι εκεί πλάι από το σπίτι του Μιχάλη, κάτω απλωνόταν το χωριό, σάλπιζε με την τρομπέτα του. Γράμματα κυρίως από τη Γερμανία αργότερα κι από την Αθήνα κι άλλες πόλεις. «Σεβαστοί γονίς από υγία ήμεθα καλά το αυτό επιθιμούμαι κι δι’ εσάς… Κι έτρεμε το χέρι των πρώην αγροτών , των πρώην βοσκών, όχι μόνο γιατί δεν ήξεραν καλά τα γράμματα, αλλά γιατί, τότε στις αρχές, τους έκαιγε ο πόθος των χωραφιών, των αμπελιών, ρωτούσαν για τη φοράδα.. τι κάνει η νύφη; έτσι έλεγε τη φοράδα του ο Σ. κι ήθελαν ν’ ακούσουν ξανά τα κουδούνια των κοπαδιών. Λερωμένα χαρτιά κι απλωμένο μελάνι από τα δάκρυα , όταν μιλούσαν για τα μικρά παιδιά τους που τα είχαν αφήσει πίσω στους παππούδες. Κι ως άνθρωποι του μόχθου και της ανάγκης, πρόσεχαν πολύ σε τι φακέλους θα έβαζαν τα γράμματά τους κι αν ήθελαν να στείλουν και κάποια λεφτά, πεντακοσάρικο έστελνε ο Ντούλας γιατί είχε αφήσει πίσω τρία παιδιά, λεφτά πολλά για κείνη την εποχή, τάβαζε σε τρεις φακέλους μαζί , για νάναι σίγουρος, τότε δεν υπήρχαν οι ενισχυμένοι. Η μεγαλύτερη όμως ιστορία ήταν το διάβασμα και η απάντηση στα γράμματα. Οι περισσότεροι χωριάτες δεν ήξεραν ούτε να διαβάζουν , ούτε να γράφουν. Τότε έμπαιναν στη μέση τα παιδιά και καλά αν ήταν τα δικά σου, υπήρχαν περιπτώσεις που κάποιοι φώναζαν ένα ξένο παιδί να τους το διαβάσει και να γράψει την απάντηση. Και τόβαζαν μέχρι και τρεις φορές να τους το διαβάσει γιατί το μυαλό τους σταματούσε σε κάποια εικόνα, σε κάποια λόγια και τα μάτια τους έτρεχαν δάκρυα. Κι ύστερα άρχιζε η υπαγόρευση. Ποτέ δεν μιλούσαν απλά. Έπαιρναν ύφος σοβαρό, θυμούνταν λέξεις από τα γράμματα των δικών τους κι όλο αγωνία κι αμφιβολία ρωτούσαν κάθε τόσο. -Τόγραψις μανάρι μ΄; Τόγραψις έτσι που στόπα; Και σωστά είχαν τις αμφιβολίες τους γιατί όλοι εμείς οι μικροί γραφιάδες κάναμε και τ’ αστεία μας και τις κατεργαριές μας. Τα λέγαμε μετά το βράδυ στ’ αλώνια που παίζαμε και γελούσαμε. Ε λοιπόν ναι ,νοσταλγώ εκείνα τα τυποποιημένα γράμματα, γιατί ήταν γεμάτα από τον πόθο του γυρισμού. Τάβαζες πάνω στο τζάκι κι ήξερες πως αυτό που ήθελαν οι ξενιτεμένοι ήταν να γυρίσουν γρήγορα πίσω , εδώ μέσα σε τούτο το δωμάτιο κι ήταν αυτή η επιθυμία τους που έκανε τα γράμματα τους αγαπημένα κομμάτια χαρτί. Υπάρχουν όμως και γράμματα που σε τρομάζουν, που φοβάσαι πως αυτοί που τα γράφουν δεν έχουν στο νου τους το γυρισμό, γράμματα που δηλώνουν χωρίς να το λένε καθαρά πως οι αποστάσεις όλο και θα μεγαλώνουν πως οι δρόμοι όχι μόνο οι πραγματικοί αλλά και οι δρόμοι του μυαλού και της ψυχής όλο και θα απομακρύνονται. Και τότε είναι το χαρτί σκληρό και το κρύβεις κάπου να μην το βλέπεις, για να μπορείς πιο εύκολα να ξεχνιέσαι και να ελπίζεις ώσπου να σου επιφυλάξουν οι αγαπημένοι το θάνατο του βατράχου. Ξέρεις ε ; Όταν πετάξεις έναν βάτραχο σε μια κατσαρόλα με καυτό νερό πετιέται αμέσως έξω , όταν όμως τον βάλεις στην κατσαρόλα με δροσερό νερό που σιγά-σιγά ζεσταίνεται ο βάτραχος θα ξεγελαστεί και θα βράσει μέχρι θανάτου. Από τότε που το άκουσα αυτό ,όταν παίρνω ειδήσεις από φίλους αγαπημένους, έχω την αίσθηση ότι με προετοιμάζουν γλυκά για το θάνατο του βατράχου.
Εδώ και λίγο καιρό αποζητώ τη σιωπή. Όχι τη σιωπή των άλλων αυτή δεν είναι δύσκολο να τη βρω, είναι πολύ εύκολη υπόθεση, γιατί στέκομαι μακριά τους. Τ ο δύσκολο είναι να πετύχω την δική μου εσωτερική σιωπή. Κυκλοφορώ λοιπόν στο κίτρινο νησί εκπαιδεύοντας τον εαυτό μου στην εσωτερική σιωπή. Αποφεύγω την πόλη και περπατώ στις εξοχές .Παρατηρώ το θυμάρι που τώρα ανθίζει, σταματώ στους ξαφνικούς θορύβους ανάμεσα στα ξερά χόρτα για να περάσουν μπροστά μου τα πράσινα ζωηρά φίδια, απορώ με τα τόσο χυμώδη σώματα αυτών των πλασμάτων μέσα σ’ αυτή την κατάξερη γη. Επιθυμώ να καθαρίσω το μυαλό μου από τις απόψεις μου, τις κρίσεις μου. απ’ αυτά που αγαπώ και αντιπαθώ. Το θέτω σε κατάσταση αναμονής, μήπως τελικά τα καταφέρω και τα δω όλα πάλι από την αρχή ή μήπως μπορέσω και αντιληφτώ αυτά που μου διαφεύγουν. . Δεν υπερασπίζομαι τίποτα αυτό το διάστημα, ακούω και κυρίως προσπαθώ να μάθω να χασομερώ. . Θέλω να χασομερώ μπροστά στα πράγματα, να χασομερώ μπροστά στους θυμούς και στην οργή των ανθρώπων, να χασομερώ στο γέλιο τους. Έγινα σιωπηλή ακροάτρια στις ομιλίες των ανθρώπων ,στις ομιλίες των αγαπημένων μου. Χασομερώ στα βλέμματά τους μέχρι που ξεχνώ τον εαυτό μου, για ν’ ακούσω τις κρυφές φωνές του μυαλού τους. Χασομερώ στα χρώματα της δύσης του ήλιου που αυτή την εποχή είναι τόσο γλυκά και παρήγορα κι αφήνομαι να με αγγίξει το παραμύθι τους. Χασομερώ μπροστά στα λουλούδια ώρα πολλή, μέχρι να γίνω μυστική κοινωνός της ύπαρξής τους και να κατανοήσω, όχι, όχι να κατανοήσω, να παρασυρθώ από το λίκνισμά τους στον ελαφρό αέρα και από την ανεπαίσθητη κίνηση των χυμών τους όταν δεν φυσάει, την ζεστή ώρα του μεσημεριού. Κι έρχονται μακρινοί απόηχοι οι ειδήσεις για το μακελειό στα πλοία για τη Γάζα και χαλάει τη σιωπή μου ο τρόμος, όχι μόνο για τις σφαγές, όχι μόνο για το θάνατο ,αλλά ο τρόμος για τα τόσα αντιφατικά που ακούγονται για τη βεβαιότητα πως η αλήθεια δεν είναι μέλημα των καιρών μας, γιατί δε θα τη μάθεις ποτέ, υπάρχει ανάμεσα σ’ αυτά που λέγονται, αλλά είναι σχεδόν αδύνατο να πεις με σιγουριά…γι’ αυτό έγινε…έτσι έγινε… Το μόνο τελικά που σκέφτηκα γι΄ αυτά τα γεγονότα : Είναι παρήγορο ότι υπάρχουν ακόμα άνθρωποι τρυφεροί, άνθρωποι περήφανοι που ενώ ξέρουν, ενώ γνωρίζουν καλά, τολμούν και θα τολμούν πάντα να κουβαλούν τον λίθο του Σίσυφου τραγουδώντας με πείσμα αλλά και χαρά. Άνθρωποι ερωτευμένοι με τη ζωή. Τίποτα δε θέλουν να πουν πως είναι αδύνατο, τίποτα δε θέλουν να πουν πως είναι μάταιο, τελειωμένο.. Ερωτευμένοι με την ανηφόρα ,ερωτευμένοι με τον ίδιο τον εαυτό τους.
Μην ξεφεύγεις συνεχώς από την αλήθεια. Τόσο καιρό δεν κουράστηκες να ξεγελάς τον εαυτό σου. Δεν είναι κουνούπι αυτό που βουίζει ξαφνικά στο αυτί σου . Μην κουνάς τα χέρια σου για να το διώξεις .Μην τινάζεις με μανία τις νύχτες τα σκεπάσματά σου στον αέρα και μετά κουκουλώνεσαι από την κορυφή μέχρι τα νύχια και μουρμουρίζεις.
-Ανάθεμά σε κουνούπι. Τι διάολο και τώρα το χειμώνα εσύ επέζησες;
Έξω κάνει φοβερό κρύο. Μια από τις σπάνιες κρύες νύχτες εδώ στο νότο. Έτσι που κουκουλώθηκες παρακολουθείς την ανάσα σου. Τι γλυκιά αυτή η θαλπωρή. Για βάλε μια σειρά, μην αποφεύγεις τη ζωή σου. Εδώ κανείς δε σε βλέπει. Είσαι μόνη σου. Άρχισε να μιλάς σιγά-σιγά γι’ αυτά που χρόνια αποφεύγεις. Κοίτα πόσα χρόνια λιποτακτείς, κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις, κάνεις ότι όλα τα έχεις ξεπεράσει. Και όλα κυλούν στο αίμα σου, όσο εσύ δεν τ’ αναγνωρίζεις, όσο εσύ τα αγνοείς αυτά απλώνουν ρίζες σε όλο σου το κορμί.
Πετάχτηκε από το κρεβάτι
-Δεν καταδέχομαι να μιλώ στα κρυφά για τον εαυτό μου. Και στο κάτω κάτω για τις δυσκολίες, για τις απώλειεςγια τις μαύρες μέρες της ζωής μου, μου χρωστάνε , όλοι μου χρωστάνε δεν έχω λόγο ν’ απολογηθώ σε κανέναν ,ούτε άνθρωπο , ούτε θεό.
Γέμισε το ποτήρι της με κονιάκ, πήρε το πακέτο με τα τσιγάρα και βγήκε στη βεράντα.
Το διάλεξε αυτό το απόμερο σπίτι ,δεν έβλεπε παρά μόνο στη σκοτεινή θάλασσα. Τα νυχτερινά φώτα της πολιτείας ήταν από την άλλη μεριά. Θεωρούσε μίζερα τα φώτα της νύχτας στις πολιτείες, μικρές αντιστάσεις στο σκοτάδι. Αυτή ήθελε το ατόφιο μαύρο της νύχτας όπως και το ατόφιο φως της μέρας.
Κάθισε στην πολυθρόνα κι άναψε ένα τσιγάρο
-Έτσι που λες Γκόραν , έτσι που λες Ράξα, απευθύνθηκε στα δύο ντόπερμαν που είχαν ήδη καθίσει πλάι της, δεν έχω να απολογηθώ σε κανέναν, δεν μετάνιωσα για τις επιλογές μου , όχι δεν μετάνιωσα και που να πάρει πόνεσα , πόνεσα πολύ.
Έμεινε σιωπηλή και φούντωσε ξανά στ’ αυτιά της το βούισμα.
Έσφιξε το ποτήρι της και μουρμούρισε μέσα από τα δόντια της.
-Καλά λοιπόν , καλά μη με βασανίζεις άλλο, δεν είναι βούισμα κουνουπιού, είναι η φωνή της. Το ξέρω είναι η φωνή της, η φωνή της μάνας μου. μόνο που δεν την έχω αφήσει ακόμα να μου μιλήσει ή μου μιλάει μα εγώ δεν την ακούω.
Ας τα πιάσουμε με τηη σειρά Ελένη. Την τρόμαζε να πει .Έχουν περάσει από τότε 13 χρόνια, ήταν 24 χρονών. Όχι, όχι δεν θ’ αρχίσει από κει.
Ήταν πριν έξι μήνες.Άνοιξη όταν τον συνάντησε. Στο ανθοπωλείο. Τον πρόσεξε που διάλεγε λουλούδια.
-Θέλω μόνο αυτά που έχουν ακόμα άρωμα. Φωνή τρυφερή ,αλλά γεμάτη αντρικά χρώματα.
Δεν μου αρέσουν οι άντρες που έχουν τρυφερή φωνή σκέφτηκε κι έπιασε μια γλάστρα με αρωκάρια. Θα τη φύτευε μπροστά στο παράθυρο του σαλονιού και θα χαιρόταν να τη βλέπει ναψηλώνει περήφανη, λιτή χωρίς ευπαθή άνθη.
Ήταν ωραίος αθλητικός, δεν το κατάλαβεπως τα κατάφερε και μπήκε στο χώρο της.
-Να σας βοηθήσω να την πάτε στο αυτοκίνητο;
Δε θυμάται αν του το είπε το όχι ή το σκέφτηκε. Σημασία έχει ότι μετά από λίγο καθόταν δίπλα της κρατώντας στα χέρια του ένα μεγάλο μπουκέτο γιούλια που γέμιζαν το χώρο του αυτοκινήτου μ’ ένα βαρύ, λαϊκό το έλεγε αυτή ,άρωμα. Αφέθηκε, αυτό ήταν, αφέθηκε.
Ήταν μια γυναίκα μεπαράξενη επιβλητική παρουσία, δε θα την έλεγες όμορφη, είχε όμως ένα ακαταμάχητο περήφανο βλέμμα κι ένα σπάνιο χαμόγελο.. Το χαμόγελο ήταν το μόνο που της ξέφευγε από τον έλεγχό της, δεν το συμπαθούσε, είχε μια γλυκύτητα που μπέρδευε τους άλλους
Αφέθηκε να τη συνοδέψει μέχρι το σπίτι της , τον άφησε να μπει στο αυτοκίνητο τηςγιατί η μυρωδιά τουείχε κάτι το μεθυστικό, έτσι της φαινότανκαι κάτι της θύμιζε , κάτι ευχάριστο, δεν μπόρεσε να προσδιορίσει τι.
Στη διαδρομή ενώ τον άκουγε που της έλεγεαυτά που λένε οι άνθρωποι όταν αρχίζουν να γνωρίζονται, συνηθισμένες τυπικότητες σκεφτόταν:
Που να πάρει δεν είναι μόνο το χαμόγελό μου πουδεν ελέγχω,είναι κι αυτή η αιφνίδια συγκατάβαση. Τι θέλω τώρα εγώ με τούτον εδώ;
Την ξάφνιασε το γέλιο του. Σαν να λύθηκε μέσα της κάτι. Είναι μερικοί ήχοι που κάποιες στιγμές, μαγικές θα τις έλεγε, αποκτούν υπόσταση. Άκουσε το γέλιο του κι ένιωσε να ξεκολλά από το πρόσωπό της σαν νοτισμένο πανί που της δημιουργούσε ασφυξία, αυτή η επιφύλαξη ή μάλλον αυτό το αίσθημα ελαφριάςπεριφρόνησηςπου είχε για τους ανθρώπους. Γέλασε κι αυτή , όχι όμως δυνατά.
Κι ακολούθησαν μέρες απλές , γεμάτες τρυφερότητα και γλυκά λόγια που λένε οι ερωτευμένοι. Αυτός της τα έλεγε, αυτή δεν μιλούσε ,του δινόταν γελώντας.
Υπάρχουν περίοδοι στη ζωή σου,που μπορεί να κρατήσουν μήνες ή ακόμα και χρόνια που χωρίς να το αντιληφτείς γίνεσαι κάποιος άλλος. Ανοίγεις τα όρια των ανοχών σου, κατασκευάζεις φιλοσοφίες που ξέρεις πως θάρθει η στιγμή που θα τις δεις απλές δικαιολογίες κι όμως όσο σε βολεύουν τις ασπάζεσαι ως αλήθειες.
Τον άφησε να πιστέψει πως η σχέση τους θα είχε μέλλον.
Ήταν απόγευμα.Τέλος της άνοιξης.
-Πάμε μια βόλτα στα μαγαζιά γλυκιά μου;
Τη σταμάτησε μπροστά σε μια βιτρίνα με έπιπλα μινιατούρες.
-Κοίτα.
Ήταν το εσωτερικό ενός σπιτιού σε στυλ ρουστίκ μεχρώμα γλυκό καφέ.
-Σου αρέσει;
Συνήθως δεν περίμενε την απάντησή της
-Έτσι θα φτιάξουμε τοσπίτι μας και θα έχουμε και κήπο.
Μπήκε και το αγόρασε.
Το έστησε στο τραπεζάκι του σαλονιού.
-Ελένη πες μου κάτι για σένα.
-Σου έχω πει.
-Όχι δε θέλω πληροφορίες για τις σπουδές σου, για τους γονείς σου, για τη δουλειά σου. Μου τα έχεις πει. Πες μου μια εικόνα από τη ζωή σου. Μίλησέ μου, να τώρα που κοιτάζεις την αρωκάρια τι σκέφτεσαι.;
Τον κοίταξε με την άκρη του ματιού της. Ήταν τόσο καλοπροαίρετος τόσο γλυκός που την έβαλε σε πειρασμό. Θέλεις να μάθεις για μέναε; Εσύ που ονειρεύεσαινα κάνεις μαζί μου οικογένειαπου με βρήκες τώρα σε μια περίοδο χειμέριας νάρκης γιατίκουράστηκα. Αχ και για να πω την αλήθεια,θάθελα να μπορούσα να μοιραστώκάποια πράγματα μαζί σου όμως αν σου μιλήσω δε θα ξέρεις από πού να φύγεις Σε χρειάζομαι ακόμα γιατί όσες βραδιές μένεις μαζί μου μπορώ και κοιμάμαι εύκολα..
-Αυτός ο κόσμος είναι μόνο για μένα και δε θα τον μοιραστώ με κανέναν. Το είπε όχι με θυμό αλλά σαν απόφαση δικαστηρίου.
Κι εκείνος το δέχτηκε γιατί ήταν ερωτευμένος μαζί της, γιατί πίστευε πως διέθετε μια διαίσθηση κι έλεγε στον εαυτό του. Όλη αυτή η σιωπή μόνο πόνο μπορεί να κρύβει. Την πλήγωσαν, είναι καλή η Ελένη και σίγουρα θάρθεικαι η ώρα της εξομολόγησης.
Κι αφηνόταν η Ελένη στη γλυκιά παρηγοριά του Λεωνίδα
-Ελένη δεν βγήκες στο μπαλκόνι μέσα στην κρύα νύχτα, δεν ανάβεις τοένα τσιγάρο πίσω από το άλλο για να μιλήσεις για την μικρήγλυκιά παρηγοριά του Λεωνίδα. Ας προχωρήσουμε λοιπόν. Σ’ ακούω.
Η Ελένη δεν πίστευε στα παράξενα, δεν πίστευε στις υπερφυσικές παρουσίες αλλά τώρα την έβλεπε. Ναι την έβλεπε εκεί στην άκρη της βεράνταςαιωρούνταν η φιγούρα της μάνας της. Το ξέρω πως είναι παιχνίδι του μυαλού μου. τρομερό πράγμα το μυαλό, σου στήνειμπρος στα μάτια σου φαντάσματα. καλά θα κάνω να το συμμαζέψω. ’Έτσι σκεφτόταν αλλά τώρα που είχε απέναντί της αυτή την παρουσία σκέφτηκε πως θα πρέπει ναείναι πολύ προσεχτική να μην κάνει καμία απότομη κίνηση,ακόμα και η φωνή της να είναι χαμηλή για να μην τρομάξει τη σκιά, πως μπορεί και τη λέει σκιά, για να μην τρομάξει τη μάνα της.
-Μάνα σ’ άφησα να πεθάνεις μόνη σου. Ούτεστην κηδεία σου δεν ήρθα. Δεν σου είχα αφήσει τρόπο να επικοινωνείς μαζί μου. Είχα εξαφανιστεί για δύο ολόκληρα χρόνια.
Κι άρχισε η Ελένη ένα χαμηλό σπαραχτικό θρήνο. Τα σκυλιά την κοίταξαν ανήσυχα κι ακούμπησαν τρυφερά τα κεφάλια τους στα γόνατά της
Έβλεπε την κόρη της να κλαίεικαι τη λυπήθηκε. Όμως ακόμα και τώρα ήταν τόσο μεγάλη η πίκρα πουείχε νιώσει στη ζωή της που δεν ήθελε να την παρηγορήσει . Γύρισε την πλάτη της.
-Μάνα σε παρακαλώ μη φεύγεις.
-Τώρα δεν έχει πια νόημα να μιλήσουμε.
-Θέλω να σου εξηγήσω , ποτέ δεν σε ξέχασα ,πάντα σ’ αγαπούσα.
-Ελένη η αγάπη είναιάγγιγμα ,είναιβλέμμα, είναι η κουβένταστον απογευματινό καφέ. Το ξέρω πως δεν με είχες ξεχάσει , αλλά ξέρωκαι πως δεν με αγαπούσες, ένα περίεργο βάρος ήμουν στη σκέψη σου και τώρα ακόμα προσπαθείς να δικαιολογηθείς. Καλύτερα είναι να το παραδεχτείς .
Γύρισε πάλι προς το μέρος της. Και είδε η Ελένη πάνω στο πρόσωπό της την βαθιά λύπη, την απόγνωση
-Μα εσύ μάνα ήσουν τόσο μακρόθυμη, ποτέ δε θύμωνες ποτέ δε διεκδικούσες ούτε αυτό που σου άξιζε.
-Από σένα δεν μπορούσα ποτέ να διεκδικήσω , ήθελα μόνο αυτό πουεσύ θα μου έδινες. Και δε μου έδωσες τίποτα ή μάλλον μ΄ έκανες να γνωρίσω την πιο βαθιά λύπη που μπορεί κανείς να γνωρίσει. Θυμάσαι που σε παρηγορούσα για το κάθε τι. Έτσι ήμουν τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου Δεν ζητούσα τίποτα, μόνο έδινα κι αυτό εσύ το θεωρούσες αδυναμία, το θεωρούσες αδικία. Όταν ο πατέρας σου έφυγε και μας εγκατέλειψετο μόνο που είπα ήταν: Εύχομαι να μην έκανε λάθος στην επιλογή του, ενώ εσύ είχες σκυλιάσει μαζί του κι έφτυνες και τον έβριζες με τα χειρότερα λόγια. Όταν εσύ προτίμησες να πάς στη Γερμανία να σπουδάσεις κοινωνιολογία ενώ μπορούσες να σπουδάσεις εδώ κοντά μου αυτό που σου είπα ήταν Κοίτα Λενάκι να μη σου ξεφύγει η ζωή κοίτα μην μπερδευτείς με καταστάσεις, μην κάνεις πράγματα που θάρθει μια μέρα και θα μετανιώσεις. Είσαι πλάσμα περήφανο, αλλά μάθε από τώρα να αποδέχεσαι πως υπάρχει μια περίεργη εκδίκηση για τους περήφανους αν δεν αφήσουν περιθώρια για την ήττα για τη φθορά που όχι δεν είναι ο θάνατος, αυτό είναι η τελική πράξη, είναι η πορεία προς το θάνατο που είτε το θέλουμε είτε όχι μας αφοπλίζει σταδιακά σχεδόν χαιρέκακα σαν να φοβάται η φύση πως αν σταθούμε μέχρι το τέλος πολεμικά περήφανοι αυτό θα σήμαινε άρνηση να παραδοθούμε στο χώμα και οι άνθρωποι που αντιστέκονται μέχρι τέλους έχουν δύσκολο θάνατο.
Αλλά ο δύσκολος θάνατος ήταν για μένα.
Πες μου έχεις ακόμα μέσα σου κάτι από κείνη τη φλόγα που είχες τότε που ήσουν φοιτήτρια στη Γερμανία; Τι σου έμεινε τώρα; Τι σου έμεινε μετά από κείνες τις φλογισμένες νύχτες, από πράξεις ανατρεπτικές σαν τον θάνατο από κείνες τις στιγμές εκεί στο δασάκι έξω από το Ντύσελντορφ , όταν ο Πήτερ χτυπημένος θανάσιμα από τις σφαίρες των αστυνομικών με όση δύναμη του έμενε σε παρακαλούσε να τον αφήσεις και να φύγεις. Δεν υπήρχε περίπτωση να τα καταφέρετε οι δυό σας κι εσύ τον τράβαγες και τον έσερνες στο χώμα ζητώντας διέξοδο και δεν σ’ ένοιαζε…
-Σταμάτα, σταμάτα ..
Κι όσο παράξενο κι αν σας φανεί ,είναι αλήθεια. Τα μάτια της Ελένης έλαμψαν μες στο σκοτάδι, μια λάμψη πραγματική σαν αναμμένα κάρβουνα.
-Αν κάτι με συντρίβει, είναι ότι δεν έχω πια εκείνους τους συντρόφους...Τότε αγαπούσα τις νύχτες ιδιαίτερα, γιατί μας έδιναν τη δυνατότητα ν’ ανάβουμε φωτιές στα αρχαία μονοπάτια των ανθρώπων, φωτιές λαμπερές, καθαρτήριες για πάθη μίζερα, για ζωές μικρές και φοβισμένες που γεννήθηκαν από τις συνθήκες από τιςμικρές δειλές απογευματινές μοναξιές μας, Δεν τέλειωσα εκείνη την εποχή γιατί σε σκεφτόμουν, γιατί ήθελα να γυρίσω κι εσύ.. Αν ήσουν έτσι όπως έδειχνες γεμάτη συγκατάβαση, γεμάτη κατανόηση, θα με περίμενες , δε θα έσπαγε η καρδιά σου όταν εγώ σε ξέχασα για δυο χρόνια. Και όχι δεν είναι αλήθεια δε σε ξέχασα σε σκεφτόμουν κάθε μέρα, μιλούσα μαζί σου στα όνειρά μου ,αλλά μετά το θάνατο του Πήτερ δεν μπορούσα να επικοινωνήσω μαζί σου Κι εσύ που όλα τα καταλάβαινες, αυτό δεν το κατάλαβες.
Σαν να της φάνηκε πως άκουσε έναν λυγμό.
-Δεν το ήθελα Ελένη να γίνει έτσι. Σε περίμενα κι είχα σκοπό να σε περιμένω για πολύ αν και πάντα είχα ένα φόβο μέσα μου. Φοβόμουν πως ακόμα κι όταν γύριζες θα έμενες για πάντα αιχμάλωτη σ’ αυτή τη σαγήνη του μυαλού σας που παραβίαζε συνεχώς τις διαχωριστικές γραμμές μεταξύ πραγματικότητας και επιθυμίας, που ακύρωνε όλους τους κανόνεςπου διέπουν αιώνες τώρα τις μέρες των ανθρώπων.
-Να κάτι τέτοια μου έλεγες μάνα κι εγώ ένιωθα δεμένη σ’ ένα σκληρό πεπρωμένο. Ούτε τώρα πιστεύω πως υπάρχουν αμετάκλητοι αιώνιοι κανόνες, όλα μπορούν ν’ αλλάξουν ,όλα αρκεί να γίνουμε πολλοί..
Μεσολάβησε μια σιωπή.
-Για πες μου μάνα, τι έγινε και δεν σε βρήκα όταν γύρισα.
-Μετά από δύο μήνες σιωπής σου, όταν έμαθα για το θάνατο του Πήτερ, τα παράτησα όλα και πήγα στη Γερμανία. Πήγα σ’ εκείνο το δασάκι, περπάτησα εκεί στο μέρος εκείνο , πήγα και κάποια νύχτα δε φοβόμουν πια τίποτα. Το ξέρεις , το θυμάσαι που μου άρεσε να λέω πως πίστευα σε οιωνούς σε χρησμούς, έτσι μπορούσα να ξεκινήσω κάποια νύχτα και να πάρω τους δρόμους, γιατί μου είχε φανεί πως είχα ακούσει ένα κάλεσμα ,μπορεί να ήταν απλά μια κοριτσίστικη φωνή από κάποιο δρόμο πιο πέρα ,για μένα όμως τότε ήταν η φωνή σου που με καλούσε, έδινα σημασία στα όνειρά μου, προσπαθούσα να τα αποκρυπτογραφήσω , άλλα τα θεωρούσα προφητικάότανμου έδιναν ένα φως, μια ελπίδα.
Πέρασα εκεί σχεδόν έναν μήνα. Όλο ομίχλη και βροχή .Έπρεπε να φύγω, δεν είχε νόημα να σε ψάχνω άλλο. Περπατούσα για τελευταία φορά κάτω από τα δέντρα που έσταζαν υγρασία εκεί στο δασάκι, τότε ήταν που σκέφτηκα πως περπατούσα στις όχθες του Αχέροντα, ναι έτσι σκέφτηκα και ξαφνικά είδα τον εαυτό μου από μακριά. Πως είχα καταντήσει θεέ μου .Μια σκυφτή αδύνατη γυναίκα που δεν όριζε καλά το βήμα της . Έσερνα τα πόδια μου ,στην πραγματικότητα δεν ήθελα να περπατάω, ήθελα να αφηνόμουν εκεί στο βρεγμένο χώμα και να τελείωνα. Με είχε κουράσει ο φόβος που ένιωθα για σένα,δεν άντεχα τις νύχτες , δεν άντεχα την αναμονή, όλο φοβόμουν πως θα μάθαινα κάτι κακό, τότε εκεί στο δασάκι ήταν που σκέφτηκα για πρώτη φορά πως δεν με αγαπούσες. Κάθισα κι εγώ δεν ξέρω πόση ώραακουμπισμένη στον κορμό ενός δέντρου κι εκείνο που μουρμούριζα ήταν αυτό. Η αλήθεια είναι πως δεν την νοιάζει για μένα, η αλήθεια είναι πως δεν με αγαπάει. Ήξερες πως ήμουν μόνη μου πως δεν είχα κανέναν άλλον άνθρωπο δικό μου κι όμως… .Ξανάρθε στο μυαλό μου η σκέψη πως περπατούσα στις όχθες του Αχέροντα Και περίεργο σαν να ξαλάφρωσε η ψυχή μου.. Κανένα μαρτύριο δεν είναι ατελείωτο, μουρμούρισα, όλα μπορούν να τελειώσουν. Δεν θα το έκανα εγώ , όλα θα γινόταν μόνα τους, ήσυχα όπως έγιναν. Τον τελευταίο καιρό δεν κλείδωνα την πόρτα του σπιτιού ήμουν τόσο σίγουρη πως το τέλος πλησίαζε. Θέλω να σου πω πως είχα μια έξοδο πολύ ειρηνική, θέλω να σου πω πως εκείνη τη νύχτα το μόνο που ήθελα ήταν εσύ να τα καταφέρεις καλύτερα από μένα κι έτσι όπως ήταν όλα ήσυχα, κι έτσι όπως χανόμουν άκουσα φωνές, παιδικές φωνές στο σπίτι μας..
-Μάνα θέλω να σεαγκαλιάσω, θέλω να σε αγγίξω.
Κι είχε η φωνή της κόρης της τόση απόγνωση , τόσο σπαραγμό που φοβήθηκε. Δεν ήθελε να έχει τη δική της πορεία κι ενώ είχε πιστέψει πως όλα είχαν σβήσει μέσα της όταν είδε τα χέρια της ν’ απλώνονται στην νύχταθυμήθηκε ξανά την τρυφερότητα, την αγάπη..
-Ελένη, Ελένη. Μη λυπάσαι άλλο πια. Όταν πας στο σπίτι ,στο σπίτι μας, εκεί στον κήπο εκείνον τον καιρό φύτεψα μια καρυδιά. Το ήξερα, το προαισθανόμουν ότι δε θα σε ξανάβλεπα, δε θα σε αγκάλιαζα ποτέ πια. Μια ολόκληρη μέρα φύτευα αυτή την καρυδιά. Τη νύχτα κοιμήθηκα πλάι της και σ΄ ονειρεύτηκα Εκεί να πας και να την κρατήσεις όσο μπορείς περισσότερο μέσα στα χέρια σου. Εκεί άφησα τον εαυτό μου για να μπορέσουμε να αγκαλιαστούμε και πάλι
Μη λυπάσαι άλλο. Μη λυπάσαι… Την άλλη φορά που θα περάσω από δω θέλω να δω φώτα μέσα στο σπίτι σου, θέλω ν΄ ακούσω μουσική , μουσική χαρούμενη αλλά κάπου-κάπου θα ήθελα να μου βάζεις ν’ ακούωτοκομμάτι από την Toscaτου Puccini..eLucevanLeStelle
Η Ελένη σηκώθηκε.
-Μάνα περίμενε.
Σε λίγο ακουγόταν μέσα στη νύχτα το κομμάτι που της άρεσε. Η Ελένη είχε γυρίσει πάλι στη βεράντα κι άκουσε τη μάνα της ν’ απομακρύνεται σαν ένα απαλό φύσημα του αέρα κι άφηνε πίσω της ένα μικρό χαρούμενο γέλιο.
Δε θα τελειώσω αυτή την ιστορία ,δε θα βάλω για τίτλο αυτό που σκέφτηκα στην αρχή «…Κατά μόνας ειμί εγώ έως αν παρέλθω…»βλέπεις έχω και αδυναμία στις εκκλησιαστικές ρήσεις, άλλη ιστορία κι αυτό. Θέλω να την ξανασυναντήσω την Ελένη. Δεν θα διαλέξει αυτόν τον τίτλοως απόφαση ζωής, είναι πολύ πληκτικές τέτοιες αποφάσεις, πρέπει πάντα ν’ αφήνεις ανοιχτές προοπτικές ακόμα και για τους γλυκείς Λεωνίδες.
Την παρακολουθώ τώρα τις νύχτες που βγαίνει αργά τις μικρές ώρες για να πάει βόλτα τα δύο ντόπερμαν. Φιγούρα δυνατή ξαναδιασχίζει τους δρόμους προτάσσοντας επιθετικά το στήθος της. Ανεμίζουν τα μαύραμακριά της ρούχα και τα δυο σκυλιά παράξενοι σύντροφοι περπατούν κι αυτά αλλιώτικα με το κεφάλι ψηλά σαν μελλοντικοί νικητές.
1.Κάθε ανάρτηση του blog εκφράζει μονάχα τον αρθρογράφο της_ 2.Κάθε ιστορική αναφορά που παρατίθεται στο blog εχθρεύεται τις διαδρομές του πατριωτικού σπαραγμόύ ή της υπερηφάνειας._ .