Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2010

Η ΜΑΤΙΕΡΑ

Μπείτε σ' ένα κήπο γεμάτο φυτά, χόρτα και άνθη. Όσο γελαστοί θέλετε. Την πιο ήπια εποχή του χρόνου. Δεν θα μπορέσετε να ρίξετε το βλέμμα σας πουθενά χωρίς ν' ανακαλύψετε κάποιο μαρτύριο. Όλα αυτά τα συγκεντρωμένα φυτικά είδη τελούν, το ένα περισσότερο, το άλλο λιγότερο, σε κατάσταση οδύνης. Εδώ, αυτό το ρόδο το καίει ο ήλιος, που του έδωσε ζωή. Ζαρώνει, μαραζώνει, μαραίνεται. Εκεί, αυτόν τον κρίνο τον απομυζά άσπλαχνα μια μέλισσα, στα σημεία του τα πιο ευαίσθητα και τα πιο ζωτικά. Για να παρασκευάσουν το γλυκό μέλι οι καλές, οι υπομονετικές, οι ενάρετες, οι φιλόπονες μέλισσες υποβάλλουν σε ανομολόγητα μαρτύρια τις πιο λεπτοκαμωμένες ίνες, κακοποιούν χωρίς έλεος τα πιο τρυφερά άνθη. Αυτό το δένδρο το λυμαίνεται μια ορδή μυρμηγκιών. Το άλλο οι κάμπιες, οι μύγες, οι γυμνοσάλιαγκες, τα κουνούπια. Αυτό εδώ με τη πληγωμένη φλούδα, το βασανίζουν ο αέρας και ο ήλιος που εισχωρούν στην πληγή του. Αυτό εκεί έχει τσακισμένο τον κορμό ή τις ρίζες. Αυτό εδώ έχει φύλλα ξεραμένα, αυτό εκεί τα άνθη του φαγωμένα, δαγκωμένα. [..] το άλφα φυτό έχει υπερβολική ζέστη, το βήτα υπερβολικό κρύο, υπερβολικό φως, υπερβολική σκιά, υπερβολική υγρασία, υπερβολική ξηρασία. [..] Μέσα σ' όλον αυτόν το κήπο δε θα βρείτε ούτε ένα φυτό σε τέλεια κατάσταση. [..] Όταν μπαίνουμε μέσα στον κήπο, το θέαμα μιας τέτοιας πλησμονής από ζωή ευφραίνει την ψυχή μας και πιστεύουμε οτι βλέπουμε εκεί την κατοικία της χαράς. Η αλήθεια όμως είναι ότι η ζωή αυτή είναι θλιμμένη και αξιολύπητη. Κάθε κήπος είναι ένα τεράστιο νοσοκομείο -χώρος πολύ πιο αξιοθρήνητος από ένα νεκροταφείο- και αν τα όντα αυτά αισθάνονται, ή αν θέλετε, αν αισθάνονταν, είναι βέβαιον οτι γι' αυτά το μη ον θα ήταν κατά πολύ προτιμότερο από το ον.

Giagomo Leopardi, Η θεωρία της Ηδονής, Eκδ. Printa

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2010

ΑΠΟ ΚΑΡΔΙΑΣ

'Ο δρόμος της φωτιάς προς τη στάχτη'
ένα πύρινο κείμενο του Β. Λάμπρου
Διαβάστε το ΕΔΩ
.

Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2010

ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ

‘Να μη πηγαίνετε σε τέτοιες εκδηλώσεις ειδωλολατρικές, η εκκλησία μας δε τα αποδέχεται αυτά [..] Και στα παιδιά σας, μη δίνεται ονόματα αρχαιοελληνικά, αλλά εκκλησιαστικά’, ακούστηκε στη κυριακάτικη λειτουργία του Αγ. Νικολάου Σεληνίων από το παπά Δημήτρη.


Αλήθεια, πόσο παράφωνη ακούγεται στις μέρες μας η φράση αυτή; Κι όμως, το καρναβάλι φαίνεται πως ακόμα απειλεί για ορισμένους την ορθότητα της θρησκευτικής πίστης, και μοιάζει λογικό. Ακόμη και σήμερα, που οι θλιβεροί κρατικοί φορείς είναι οι απόλυτοι διαχειριστές μιας κατεξοχήν αναρχικής γιορτής κι ο περισσότερος κόσμος παρακολουθεί πια ως θεατής ένα προγραμματισμένο show και όχι ως συμμετέχοντας αυθόρμητων εκδηλώσεων από τα κάτω, ακόμη και σήμερα λοιπόν κάποιες αμφιέσεις και χειρονομίες αυθάδειας και χλεύης της καθεστηκυίας τάξης, η αθυροστομία και ασέβεια κάποιων συμπεριφορών, η διαχυτικότητα της μέθης, και η λαϊκή εξωστρέφεια, ευτυχώς έχουν επιβιώσει ως κατάλοιπα ελευθερίας των προηγούμενων αιώνων και συνεχίζουν να τρομάζουν τους θρησκευτικούς ταγούς. Δε μας εκπλήσσει ο φόβος τους. Ο μυωπισμός της χριστιανικής πίστης και η ανάγκη διατήρησής των χριστιανικών ηθών διαχρονικά μέσω της παραγωγής εσωτερικών ή εξωτερικών εχθρών (Ισλάμ, ειδωλολατρία, Αρχαία Ελλάδα) ήταν ανέκαθεν προσόν της ελληνικής εκκλησίας αλλά και της κάθε εκκλησίας που επιθυμεί υποτακτικούς πιστούς απανταχού.


Όσο για το ίδιο το διαμεσολαβούμενο καρναβάλι ενός ακόμη, πρωτίστως, ηθικά χρεοκοπημένου δήμου εξουσιομανών, δε το χρειαζόμαστε διόλου. Mπορούμε να κατακτούμε τους δρόμους κι από μόνοι μας.


ΜΑΡΛΟΝ ΜΠΡΑΝΤΟ

είμαστε αυτό που αρνηθήκαμε
.

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΙ ΟΙ ΣΚΥΛΟΙ...


Και σου φαίνεται πια πως καιρός ήταν…όλα τα τακτοποίησες, όλα κυλούν με κάποια τάξη.. τώρα, πως εσύ που έζησες μια ζωή μέσα στην αταξία και το παραδεχόσουν κιόλας πως, ναι είμαι άτακτη.., πως εσύ πίστεψες κάτι τέτοιο ..ίσως να έχει σχέση με τον δυνατό αέρα που φυσάει επί μέρες στο νησί, αέρας με ουρλιαχτό.. και σ΄ έκλεισε μέσα στο σπίτι κι όλο δίπλωνες ρούχα, σκούπιζες, ξεσκόνιζες… έκανες αναδρομές στη ζωή σου κι όλα σου φαίνονταν πως ναι μπήκαν σε μια τάξη… ..αλλά το ξέρεις οι δυνατοί άνεμοι κόβονται.. Κι έρχεται μετά η ησυχία. .Σε μένα δεν ήρθε η ησυχία, ήρθε η γειτόνισσα. Εδώ και κάμποσο καιρό έχει αρχίσει ανάμεσά μας ένας μικρός υπόγειος πόλεμος .Το θέμα . Τα σκυλιά μου.

Το ξέρεις εδώ και χρόνια ζω με κάμποσα σκυλιά. Σκυλιά που έτυχε να βρω στους δρόμους. Στην αρχή φαίνονταν απλά , καθημερινά.. Ύστερα ήταν που άρχισαν τα περίεργα.

Η γειτονιά που ζούσαμε ήταν ιδιαίτερα περήφανη για τις ήσυχες νύχτες της.

Μετά το δικό μας ερχομό , θάχε περάσει κανένας μήνας ,άρχισαν κάποιοι ψίθυροι.

-Ναι σου λέω στις 12 τη νύχτα άκουσα έξω από το σπίτι μου βήματα…

Τώρα λέω βήματα αλλά δεν είμαι σίγουρη, κάτι τέλος πάντων σαν περπατησιά. Βγήκα να δω και δεν είδα τίποτα, μόνο σε μια γωνιά του δρόμου κάτι σπίθισε μέσα στο σκοτάδι αλλά για λίγο.

-Μπα ιδέα σου θα ήταν ,αφού ούτε γάτες , ούτε σκύλοι περπατούν στη γειτονιά μας τη νύχτα. όλα είναι μαντρωμένα.

Άκουγα αυτές τις κουβέντες και δεν έδινα μεγάλη σημασία.. Εγώ εκείνη την εποχή ήμουν απορροφημένη από τον ανθόκηπό μου. Όνειρό μου και επιθυμία μου μεγάλη. Ακόμα δεν την έχω πραγματοποιήσει..

Έβλεπα τους σκύλους μου όλο και πιο ήσυχους τη μέρα. Ξάπλωναν στον ήλιο σαν κουρασμένοι οδοιπόροι. Κι αυτό το απέδωσα στο ότι είχαν που είχαν ένα μεγάλο κτήμα να τρέχουν τη νύχτα και τ’ απογεύματα πηγαίναμε ένα μεγάλο περίπατο στο βουνό. Τι άλλο ήθελαν. Κουρασμένοι και ευχαριστημένοι οδοιπόροι λοιπόν.

Ένα μεσημέρι , ε δεν είχε και πολύ ήλιο, δεν μπορώ να πω πως είχα ζαλιστεί, ένα μεσημέρι ,ενώ φύτευα μια λεβάντα κι είχα πίσω από την πλάτη μου τους ξαπλωμένους σκύλους ,σαν να μου φάνηκε πως άκουσα έναν ψίθυρο κάτι σαν ειρωνικό γελάκι. Θα μου πεις…Τίποτα μη μου πεις. Γύρισα απότομα και ναι είδα τον Ιβάν τον πονηρό να γελάει ειρωνικά . Μόλις αντιλήφτηκαν πως τους κοίταζα όλοι τα κεφάλια κάτω. Κοιμόντουσαν του καλού καιρού.

Άντε καλή μου κι έλεγες: Εγώ δεν έχω ανάγκη , μπορώ να είμαι πάντα μόνη μου…Για ξανασκέψου το.

Κι εκεί που πιστεύεις λοιπόν, πως όλα είναι ήσυχα και φοβάσαι την πλήξη, σου λέει η ζωή. Νομίζεις πως ό, τι είχα στο φανέρωσα; Λάθος.

Εκείνο το μεσημέρι άκουσα φωνές στην εξώπορτα του κτήματος και μου φάνηκαν θυμωμένες .

-Τι συμβαίνει;

Κι αμέσως η επίθεση

-Κάνεις και την ανήξερη ε ; Τα σκυλιά σου τις νύχτες βγαίνουν έξω και ρημάξανε τις κότες μου. 7 σκοτώσανε.

Και έρχονται και άλλοι.

-Έχουμε χάσει την ησυχία μας . Πού είναι πια εκείνες οι ήσυχες νύχτες μας που γι’ αυτές ήμασταν περήφανοι.

-Αν θέλεις να έχεις σκυλιά σήκωσε ψηλή μάντρα και τις νύχτες να τα βάζεις στο σπίτι σου.

Δεν υπήρξε αντίλογος

Υπήρξε καινούργια εποχή. Ήταν γεγονός που το διαπίστωσα αμέσως τις επόμενες μέρες.

Έχω σκύλους που τη νύχτα δραπετεύουν πηδώντας τους φράχτες, έχω σκύλους που σαν μικρά άλογα καλπάζουν στους σκοτεινούς δρόμους της γειτονιάς και κάνουν τα νυχτοπούλια ν’ ανησυχούν, έχω σκύλους που έχουν αφανίσει τα κοκόρια της γειτονιάς και κάθε δυο μέρες πληρώνω το τίμημα. Ευτυχώς περνούν πολλοί γυρολόγοι που πουλούν κοκόρια στοιβαγμένα σε φορτηγά. Και η μάχη πάλι από την αρχή. Έτσι για να έχει ενδιαφέρον η νύχτα για σκύλους μου.

Μη με κατηγορήσετε…Αδιέξοδο…πόλεμος αναπόφευκτος…Δεν μπορώ να κάνω τη μάντρα του κτήματος τείχη του Αλκατράζ.. Όσο για την ποιότητα των κοκοριών.. δεν την γνωρίζω.. Γνωρίζω όμως καλά τις αλματικές ικανότητες των σκύλων μου και τη θανατηφόρα επιθυμία τους για ελευθερία. Και κάθε πρωί ίδια δουλειά.. Να θάψω τα φτερά που κουβαλούν στο στόμα τους Και να πλύνω τα ίχνη του αίματος .Ήθελα κάπως να τους καλύπτω ή μάλλον ήθελα να τους κάνω να καταλάβουν πως δεν εγκρίνω τις νυχτερινές τους επιδρομές.

Πολλοί θα θελήσουν να υπερασπιστούν τη ζωή των κοκοριών και θεωρίες.. εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου τελειώνει η δική σου και τέτοια άλλα . Όμως οι σκύλοι μου το εξήγησαν κατά κάποιο τρόπο.

Ήμασταν πάνω ψηλά στο χορταριασμένο οροπέδιο . Η βλάστηση πλούσια , πολλές βροχές αυτόν τον χειμώνα .Στεκόμουν στο μέσον του οροπεδίου και τους έλεγα.

-Δεν ντρέπεστε να σκοτώνετε τις κότες Τόσο αίμα πια ..σας βαρέθηκα.

Με κοιτούσαν με κείνο το ύφος που δε δείχνει ούτε στεναχώρια ούτε συνείδηση. Μου έδειχναν απλά το πρόσωπό τους κι έλεγαν: Αυτοί είμαστε. Κι εγώ τους μάλωνα και τους νουθετούσα. Τόσο ήσυχοι σαν να περίμεναν κάτι. Και ξεκίνησα για το γυρισμό. Θα τους ξαναμιλούσα , ήθελα να τους πείσω .

Κρατς. κρατς.

Ο ήχος από τις μπότες μου μέσα στην ψηλή χλόη.

Κρατς, κρατς. Κρατς.

Και τότε οι σκύλοι γέλασαν Καθόντουσαν ακόμα ακίνητοι και το μόνο που ακουγόταν ήταν ο ήχος του περπατήματός μου.

-Μίλησες για αίμα ε; Άκου πως περπατάς ..Τι ήχος είναι αυτός . Ξέρεις πόσα σαλιγκάρια έχεις σκοτώσει , πόσα σκαθάρια ,πόσα ζουμερά ζωύφια;.. ξέρεις πόσα τρυφερά βλαστάρια έχεις τσακίσει ή μήπως πιστεύεις κι εσύ πως το χρώμα του αίματος είναι μόνο κόκκινο;

Έμεινα με το πόδι μετέωρο.

Άκου το αίμα.. δεν είναι μόνο κόκκινο…

-Έχετε δίκιο , έχετε δίκιο και συνέχισα

-Κρατς. Κρατς, χρατς..σσσσς

Και υπήρξε μια συμφωνία με τους σκύλους, μια αλληλοκατανόηση και μου είπαν ακόμα κάτι..

-Οι ήσυχες νύχτες δεν πρέπει να υπάρχουν ούτε στα νεκροταφεία .

Και απορούμε πως υπάρχουν άνθρωποι να περηφανεύονται για ήσυχες νύχτες.


Και όλα έμπαιναν πια σε μια καινούργια σειρά. Οι νύχτες όχι δεν έγινα ήσυχες αντίθετα . Φόρεσα στους σκύλους μου μικρά- μικρά κουδουνάκια με διαφορετικούς ήχους . Κάπου -κάπου η Ήρα θυμόταν το ουρλιαχτό των προγόνων της των λύκων κι ήταν νύχτες που μας ξυπνούσε. Και σε λίγο καιρό όλοι ήταν ευχαριστημένοι που τα σκυλιά διέκοπταν τον βαθύ ύπνο τους.

-Άκου Αγλαΐα . Αυτός ο ήχος … όπως τότε που ήμουν παιδί και πήγαινα με τη μάνα μου πρωί-πρωί στα χωράφια και μας ακολουθούσε η κουταβέλα. Ναι, ναι το είχα ξεχάσει είχα κάποτε κι εγώ ένα σκυλάκι την κουταβέλα.

Κι άρχιζε εκεί κάτω από ζεστά σκεπάσματα μια νοσταλγική κουβέντα για χρόνια που μέσα στη μέρα και μέσα στις παλιές ήσυχες νύχτες δεν είχαν καιρό να τα ξαναθυμηθούν.

-Αυτό το ουρλιαχτό έλεγε η Γιάννα κάποτε με φόβιζε, τώρα όμως γεμίζει την καρδιά μου νοσταλγία για κείνα τα πυκνά δάση της πατρίδας μου.

Ήταν από την Ουγγαρία.

Και μέσα στη σκοτεινή νύχτα άναβαν μικρά γλυκά φωτάκια και κάπου- κάπου ξεχώριζες ένα ξαφνικό χαρούμενο γέλιο κι ακόμα άκουγα συχνά τον ψάλτη τον κυρ Σωτήρη να τραγουδάει όμορφα δημοτικά.

Ε και δεν είναι πολύ να σας πω , πως σε λίγο καιρό η γειτονιά μας πήρε καινούργια χρώματα. Όλο και πιο συχνά τα απογεύματα άκουγες να συνομιλούν παρέες –παρέες όλο και λιγότερο παρακολουθούσαν τηλεόραση, όλο και λιγότερο δέχονταν υπερωρίες στις δουλειές τους και τις Κυριακές γέμιζαν οι μικροί κήποι χαρούμενες φωνές και εργασίες. Και ευτυχώς όλες οι ευγένειες , όλες οι κινήσεις των ανθρώπων κρατήθηκαν μακριά από γλυκερές , μαλθακές νότες και ταπεινές υποκλίσεις .Όλα είχαν μια ορμή και χάρη νεανική

-Καλά, καλά ..σιγά μη μας πεις τώρα πως οι σκύλοι άρχισαν να δίνουν και διαλέξεις.

Τις βαρεθήκαμε αυτές τις ιστορίες.

-Ε επιτέλους , επιτέλους φίλε, φίλη γιατί ειλικρινά δεν ξεχώρισα αν αυτή η φωνή ήταν από άντρα ή από γυναίκα, έτσι γρήγορη και δυνατή , έτσι ανικανοποίητη που έσκισε τον αέρα.

-Επιτέλους κι είχα αρχίσει να ανησυχώ- και για να πω την αλήθεια μ’ έχει κουράσει αυτή η ιστορία…Όχι.. όχι τους σκύλους τους αγαπώ ..δεν φταίνε αυτοί να το θέμα είναι πως διαθέτουν ουρά που δεν μπορούν εύκολα να την ελέγχουν και κάποιοι, είχαν αρχίσει τους νύχτες να παγιδεύουν τους σκύλους και να τους αμολάνε μετά μέσα στη νύχτα με φλεγόμενες ουρές. Και οι σκύλοι μας βαρέθηκαν.

-Μη συνεχίζεις άλλο.. Την έχεις χάσει την ιστορία.

-Βγες από το σκοτάδι . Θα ήθελα να σε δω..

Ακούστηκαν χαμηλά γέλια αγοριών και κοριτσιών.

-Ελπίζεις σε μας να φέρουμε τα πάνω κάτω στη ζωή των ανθρώπων και θέλεις να δεις τα πρόσωπά μας.

-Το ξέρω πως αυτό δεν έχει γίνει , είναι ένας παλιός κανόνας, αλλά ήλπιζα πως κι αυτό θα άλλαζε.

-Πολλά ζητάς, αυτό ακόμα δεν έχει αλλάξει.

Και όλο απομακρύνονταν μέσα στο σκοτάδι αφήνοντας πίσω τους μια ταραχή στον αέρα. Είχε κανείς την αίσθηση πως ακόμα και οι πέτρες ήθελαν να κυλήσουν πίσω τους συνεπαρμένες κι έκαναν μια μικρή κίνηση και ο αέρας τους ακολουθούσε και τα φύλλα των δέντρων έγερναν προς το μέρος τους ε και δεν χρειάζεται να σας το πω .Τα σκυλιά έφυγαν , τους ακολούθησαν, ήταν πια δικά τους.

Και σαν μακρινός χαιρετισμός ακούστηκαν φωνές.

-Τα σκυλιά τα αγαπάμε και δεν καταλάβατε καλά αυτό με τις φλεγόμενες ουρές.

Κάποτε οι σκύλοι πρέπει να αποχωρούν. Ποτέ δεν πρέπει να μένουν για πολύ στην ίδια γειτονιά. Και οι φωτιές είναι το τελευταίο τους σημάδι πριν την αναχώρηση, το τελευταίο μήνυμα. Εσείς πρέπει να κρατήσετε αναμμένες τις φωτιές της νύχτας.


Ροβίνα ΄Αλμπα

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2010

«Παντού σπασμένες σιδεριές και θραύσματα οβίδας»


Κυριακή μεσημέρι, τρίτος όροφος σε μια πολυκατοικία. Μπροστά στο παράθυρό του απλώνεται στον ανοιχτό ορίζοντα μια απέραντη πεδιάδα. Πιο πέρα ξεχωρίζει ένα χωριό. Πριν λίγες μέρες έμαθε πώς το ονόμαζαν πραγματικά. Όσο έμενε σ’ αυτήν την όμορφη πόλη, νόμιζε πως το χωριό αυτό είχε άλλο όνομα. Αδυναμία προσανατολισμού, είπε.

Παίρνει τηλέφωνο ένα φιλικό του ζευγάρι. Ήθελε πολύ να μιλήσει με κάποιον. Όλο το Σαββατοκύριακο ήταν χωμένος στα βιβλία και τις φωτοτυπίες του. Μιλάει με τον Τ. και ύστερα με την Π. Καθώς συνομιλούν, βλέπει τρία παιδιά να περπατούν στο δρόμο. Τα παρατηρεί μηχανικά, ενώ αυτά νομίζουν πως κανείς δεν τα βλέπει. Ένα απ’ αυτά βγάζει από την τσέπη του ένα βαρελότο, το ανάβει και το πετάει στο δρόμο. Ο κρότος που ακούγεται διακόπτει την τηλεφωνική συζήτηση.


-Τι συμβαίνει; ρωτά η Π.


-Κάτι παιδιά ρίχνουν βαρελότα, της απαντά.


-Μα αυτό είναι παράνομο! Πρέπει να πάρεις την αστυνομία, του λέει θυμωμένα η Π. ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής της.


-Ρε, παιδιά είναι, τη διακόπτει.


-Όχι! Για την προστασία του νόμου και της τάξης πρέπει να το κάνεις.


Σε λίγο κλείνουν το τηλέφωνο. Το μυαλό του ταξιδεύει αρκετές δεκαετίες πριν, στα παιδικά του χρόνια, στο χωριό του, τότε που γι’ αυτόν εκείνος ο μικρόκοσμος ήταν όλος του ο κόσμος! Το βουνό το ‘ξερε καλά. Από μικρός το περπάταγε με την παλιοπαρέα του. Τσουλήθρα μέσα σ’ ένα μπαούλο σε μια μεγάλη κατηφοριά, ποδόσφαιρο στο πλάτωμα της «Ράχης», κυνηγητό και κρυφτό στο παλιό πυροβολείο. Μα το πιο αγαπημένο παιχνίδι της παρέας ήταν τα «μακαρόνια». Ώρες ατελείωτες έψαχναν μέσα στα χώματα, σκάβοντας με τα χέρια τους, για να βρουν αυτές τις επιμήκεις βελόνες με το μπαρούτι. Ήξεραν καλά τι ήταν αυτές οι βελόνες. Οι γονείς τους συχνά τους έλεγαν να μην πάνε στο βουνό για «μακαρόνια». Ένας τσοπάνης είχε χάσει τη ζωή του, όταν πάτησε μια οβίδα που δεν είχε εκραγεί από τον πόλεμο του ’40. Αυτές τις οβίδες τις έριχναν τα γερμανικά αεροπλάνα κι όταν έσκαγαν στο έδαφος, σκορπούσαν φλεγόμενες βελόνες, για να έχουν μεγαλύτερη εμβέλεια καταστροφής. Πολλές όμως από αυτές τις βελόνες ήταν άθικτες. Αυτές μάζευε με την παρέα. Τις έβαζαν σ’ ένα τενεκεδάκι, άναβαν το φιτίλι και …μπουμ.



Όταν, μάλιστα, ήρθε η Υπηρεσία Στρατού, για να εξουδετερώσει τις ξεχασμένες οβίδες, η παρέα του ήταν αυτή που υπέδειξε τα σημεία, όπου βρίσκονταν διαλυμένα σιδερικά και θραύσματα από οβίδες. Θα ‘ταν τότε οχτώ ετών.


Μια μέρα, όμως, μαζί με το φίλο του, τον Ηλία, μάζεψαν τόσα «μακαρόνια», που γέμισαν έναν μεγάλο τενεκέ μέχρι απάνω. Με το παιδικό τους το μυαλό νόμιζαν πως θ’ ανατίναζαν όλο το χωριό. Η αγωνία κυριάρχησε στα μικρά τους πρόσωπα. Ήθελαν, όμως, τόσο πολύ να δουν το κατόρθωμά τους κι έτσι, το πήραν απόφαση. Θα κατέβαιναν στη θάλασσα.


Πήγαν κάτω, στη Σκάλα του Κατσιβάνη, βρήκαν ένα μαδέρι, έβαλαν επάνω τον τενεκέ με τα «μακαρόνια», άναψαν το φιτίλι κι έσπρωξαν με δύναμη το μαδέρι μέσα στη θάλασσα. Γρήγορα-γρήγορα έτρεξαν να κρυφτούν πίσω από τα «αθάνατα», τα μεγάλα αγκαθωτά φυτά που ήταν στην παραλία, κοντά στη Σκάλα, κι από κει παρακολούθησαν τα… τεκταινόμενα.


Ο τενεκές έσκασε με έναν μεγάλο κρότο και πετάχτηκε μισοδιαλυμένος. Όταν έφτασε ψηλά τούς φάνηκε

σα να στάθηκε, σα να ακινητοποιήθηκε κι ύστερα έπεσε στη θάλασσα κάνοντάς τη να κοχλάζει. Ιαχές ενθουσιασμού ακούστηκαν από τους δυο τους.


Για κακή τους τύχη, όμως, δεν είχαν προσέξει ότι ερχόταν η «κατευθείαν», το καραβάκι από τον Πειραιά. Τι έγινε; Με μια λέξη, χαμός! Άνθρωποι να πέφτουν στη θάλασσα, άλλοι να φωνάζουν, άλλοι να κρέμονται απ’ τα κάγκελα έτοιμοι να πέσουν κι αυτοί, άλλοι να τρέχουν στο κατάστρωμα κι ο καπετάνιος να τους απειλεί πως θα φωνάξει το Λιμεναρχείο.


ΠΑ-ΝΙ-ΚΟΣ


Όπου φύγει, φύγει οι δυο φίλοι. Έκαναν δυο μέρες να βρεθούνε.


Τα χρόνια πέρασαν. Τώρα πια μεγάλωσε. Τα καλοκαίρια κατεβαίνει κάτω στο «

πεζούλι», είτε μόνος του, είτε με την καινούργια παρέα. Εκατό μέτρα πιο κάτω είναι η Σκάλα του Κατσιβάνη, μισογκρεμισμένη πια και λειψή. Από τότε δεν έχει πλησιάσει κοντά της. Θέλει να τη θυμάται όπως ήταν εκείνο τον καιρό. Μόνο τ’ «αθάνατα» έχουν θεριέψει για να του θυμίζουν την κρυψώνα των παιδικών του χρόνων.


Αυτά σκεφτόταν, εκεί στο παράθυρο του τρίτου ορόφου. Για μια στιγμή τα παιδιά τον αντιλήφθηκαν, αυτός τους χαμογέλασε κι ένα απ’ αυτά άναψε ένα βαρελότο και το πέταξε σε μια αυλή πολυτελούς οικίας με δυο καλογυαλισμένα τζιπ αραγμένα σ’ αυτήν. Το πιτσιρίκι τον κοιτάζει και του κάνει από μακριά το σήμα της νίκης ενώ ακούγεται ο κρότος του βαρελότου.


Κι ύστερα του λέει η Π. να φωνάξει την αστυνομία για την τήρηση του νόμου και της τάξης…



Ο τίτλος της ανάρτησης προέρχεται από
στίχο ποιήματος της Κατερίνας Γώγου

Οι φωτογραφίες αντλήθηκαν
από τη συλλογή Ν. Ε. Τόλη

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2010

ΓΙΑ ΤΗ ΦΩΤΙΑ ΣΤΗ ΚΥΝΟΣΟΥΡΑ ΣΑΛΑΜΙΝΑΣ

Φωτογραφίες από τη φωτιά που ξέσπασε σε εγκαταλελειμμένο πλοίο τύπου catamaran στην εξίσου παρατημένη άκρη της Κυνόσουρας Σαλαμίνας. Γύρω από το πλοίο ένα βουνό από απορρίμματα είχαν περιέργως στοιβαχτεί το τελευταίο διάστημα, κάτι που 'διευκόλυνε' τη πιθανότητα του ατυχήματος ή του εμπρησμού. Οι ευθύνες του ΟΛΠ σε συνεργασία με τη διαχρονική δημοτική απραξία δεν είναι αμελητέες μιας και οι υποσχέσεις περί καθαρισμού της Κυνόσουρας παρέμειναν στα χαρτιά. Ο Δήμος ξοδεύτηκε μέσα στις προσπάθειές του για μετονομασία 'παραμονής στην εξουσία' ενώ από τη πλευρά τού ΟΛΠ-COSCO φυσικά, δεν είχαμε καμιά αυταπάτη αφού ο σκουπιδότοπος-νταμάρι της Κυνόσουρας δεν είναι διαμετακομιστικός κόμβος εμπορευματοκιβωτίων και δε προσφέρεται για καμία κερδοσκοπική δραστηριότητα.

Όσο άμεση κι αν είναι η κινητοποίηση της αστυνομίας, της πυροσβεστικής και του λιμενικού, οι σειρήνες των οχημάτων τους απλά θα αντηχούν το εκκωφαντικό εμβατήριο της λεηλασίας των κυρίαρχων.

---

Φωτογραφία του πλοίου
από παλαιότερη επίσκεψή μας στη περιοχή:

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2010

Το καΐκι που ξηλώναμε


Στη γεμάτη αγνότητα περίοδο της παιδικής σου ηλικίας, έκανες κάποιες κατσιγανιές (αταξίες), οι οποίες τότε σου φάνταζαν επικά κατορθώματα! Νόμιζες πως είχες βγει μέσα από τα κόμικς του Μπλεκ και του Ζορό! Ήσουν και συ ένας ήρωας μιας συμμορίας που ξέφυγες της προσοχής των μεγάλων, από τα πρέπει και τα μη. Μεγαλώνοντας γεμίζεις ενοχές. Τελικά, ό,τι έγινε, έγινε; Γιατί, άραγε, έγινε έτσι; Μήπως έφταιγες; Γιατί το έκανες; Είναι ο χρόνος γιατριά;

Τέλη δεκαετίας του ’70 κλείνεις την πρώτη δεκαετία της ζωής σου. Κάτω στη σκάλα του Καματερού το καΐκι “Κωνσταντίνος”, γερασμένο απ’ τον καιρό, την αρμύρα και τον άνεμο, παρατημένο και παροπλισμένο, με μεγάλες πληγές στα ίσαλά του, βουλιάζει με τα χρόνια. Οι κάτοικοι της παραλίας παραπονούνται: «Το σαπιοκάραβο είναι γεμάτο ποντίκια!».

Οι ιδιοκτήτες αναγκάζονται να το μεταφέρουν αλλού. Έρχεται γερανός, το βάζουν πάνω σ’ ένα μεγάλο φορτηγό και το παρατούν στο …. βουνό, πίσω στου γέρο-Παπαδόπουλου, στο πλάτωμα πάνω από το δημοτικό σχολείο, εκεί όπου παλιοί χάρτες συνταγμένοι από φιλοπερίεργους αρχοντοαναθρεμμένους περιηγητές προηγούμενων αιώνων σημειώνουν: “Στάδιο Αρχαίας Σαλαμίνας” Βγήκε από τα νερά του ο “Κωνσταντίνος”!

Η λεία εύκολη πια. Κάθε Πάσχα, πριν το Μ. Σάββατο, για το κάψιμο του Ιούδα, παίρναμε ένα αυτοσχέδιο τροχοφόρο και πηγαίναμε στο καΐκι και το ξηλώναμε. Δύο Ιούδες μάς έβγαλαν τα κατάρτια του! Δυο χρονιές από ένα. Κόβαμε με πριόνια το κατάρτι, το σέρναμε μέχρι το προαύλιο της εκκλησίας, το μπήγαμε στο σωρό από τα ξύλα και κρεμούσαμε το ομοίωμα.

Μισή ώρα πριν την Ανάσταση, με το μπετονάκι γεμάτο πετρέλαιο, ποτίζαμε τα ξύλα κι ανάβαμε φωτιά. Φωτιά! Εξάλλου, ξακουστή η φωτιά του Καματερού. Τύφλα να ’χει του Αμπελακίου. Πόσες φορές μας τα ’χαν κάψει οι Αμπελακιώτες δυο – τρεις μέρες πριν την Ανάσταση! Φτου κι απ’ την αρχή το μάζεμα των ξύλων.

Τι κι αν ο “Κωνσταντίνος” είχε χαρακτηριστεί από το Υπουργείο Πολιτισμού “παραδοσιακό σκαρί”, τι κι αν ο Δήμος Περάματος είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον να το εκθέσει σε υπαίθριο ναυτικό μουσείο ως “εξαίρετο δείγμα παραδοσιακής ξυλοναυπηγικής”, εσύ εκεί. κάθε χρόνο μαζί με τη συμμορία το ξήλωνες.

Περαματιάρικο σκαρί ο “Κωνσταντίνος”. Αρχικά εμπορικό, μετά μπήκε στη γραμμή Πέραμα – Καματερό. Ναι, Πέραμα – Καματερό, όχι Πέραμα – Παλούκια, αφού όσο κι αν φαίνεται παράξενο, το Καματερό, μέχρι τουλάχιστον το 1920, ήταν το επίνειο της Σαλαμίνας. (Αρχικά το Καματερό ονομαζόταν “Πέραμα” και το σημερινό Πέραμα λεγόταν “Αντιπέραμα”).


Το πέρασμα του διαύλου με ιστιοφόρα πλοιάρια, τα λεγόμενα “λατινάδικα”, μαρτυρείται ήδη από τον 17ο αιώνα. Σταδιακά, και λόγω ναυστάθμου, τα Παλούκια άρχισαν να εξελίσσονται σε επίνειο του νησιού.

Από το 1935 προστέθηκαν στην ακτοπλοϊκή γραμμή τα “περάματα”, πλοία κατάλληλα για τη μεταφορά ιππήλατων οχημάτων. Το αντίτιμο του εισιτηρίου τότε ήταν 15 δρχ για τη σούστα (με ένα άλογο) και 23 για την άμαξα (δύο άλογα). Επιβάτες δεν επιτρέπονταν να μεταφέρονται στα περάματα λόγω απουσίας σωστικών μέσων. Αυτοί μεταφέρονταν με τα λατίνια για μισή δραχμή.


Τη δεκαετία του ’50 αρχίζουν να εγκαταλείπονται τα λατινάδικα και να αντικαθίστανται με πετρελαιοκίνητες βάρκες χωρητικότητας 8-10 ατόμων, με αντίτιμο μια δραχμή. Ήδη από το 1946 άρχισαν να έρχονται στη γραμμή τα πρώτα ξύλινα φέρι-μποτ, που μετέφεραν αυτοκίνητα με κόστος 19,50 δρχ. Τέλη δεκαετίας του 1960 αρχίζουν να έρχονται τα σιδερένια.

Τώρα πια έχουμε εκσυγχρονισμό. Αμφίδρομα! Αμφίδρομα εγκλωβισμένος. Κι από Παλούκια, κι από Πέραμα. Μηχανικά και χωρίς σκέψη, βγάζεις λεφτά, πληρώνεις το εισιτήριο, μπαίνεις, βγαίνεις. Ξανά το ίδιο. Έχεις γίνει ένα γρανάζι του καπιταλιστικού μηχανισμού.! Άθελά σου γεμίζεις τις τσέπες των κεφαλαιοκρατών που “αξιοποιούν” την ανάγκη σου για μεταφορά στο “κλεινόν άστυ”, δεν αντιδράς στις αυξήσεις του εισιτηρίου σου, υπομένεις την ταλαιπωρία στην ουρά, γιατί “σου νοικιάσαν την ψυχή τ’ αφεντικά”.

Ε, όχι. Τ’ ομολογώ. Είμαι εγώ που ξήλωνα το καΐκι. Εγώ πλήγωνα τον “Κωνσταντίνο” Ήμουν κι εγώ στη συμμορία. Ελάτε να με πιάσετε. Έχω πολύ καιρό να παίξω κυνηγητό.



Υπότιτλοι φωτογραφιών

- “Κωνσταντίνος”. Το καΐκι που ξηλώναμε

- Πούντα Καματερού, 1955. Το ξύλινο φέρι-μποτ “Παναγής”.

- Καματερό, 1928. Το λατίνι “Αγ. Νικόλαος”, ιστιοφόρο πλοιάριο για τη μεταφορά επιβατών.


Χωρίς παρεξήγηση..

1.Κάθε ανάρτηση του blog εκφράζει μονάχα τον αρθρογράφο της_
2.Κάθε ιστορική αναφορά που παρατίθεται στο blog εχθρεύεται τις διαδρομές του πατριωτικού σπαραγμόύ ή της υπερηφάνειας._

.
Powered By Blogger