Πέμπτη, 17 Ιουνίου 2010

ΟΙ ΣΩΤΗΡΕΣ

Σοφράς
Τραυλός
Αγαπίου
Μακρής
Μπεγνής
Ράπτης
Νάννου
Παπασάββας
Τσαβαρής
Γκίνης
Παπαδημητρίου
Μαγιάτης


ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΔΕΙΠΝΟ ΚΑΙ ΟΙ 12 ΗΤΑΝ ΙΟΥΔΕΣ

Τετάρτη, 9 Ιουνίου 2010

Ο θάνατος του βατράχου

Κάποτε τα γράμματα των φίλων , τα λόγια των αγαπημένων, άφηναν κάποια κενά. Κι εγώ τρύπωνα σ’ αυτά τα κενά κι έβαζα τις δικές μου ειδήσεις, τα δικά μου αισθήματα. Μου άρεσε να τους πειράζω κι ελαφρώς να τους ειρωνεύομαι, άλλη φορά θα αναλύσω αυτή την ειρωνεία, …μου άρεσε να τραβώ τις σκέψεις τους μέχρι τα άκρα. Ώρες-ώρες μ ενθουσίαζε αυτή η επανάσταση των δωματίων. Δύσκολα πρόσθετα λέξεις τρυφερές, λέξεις που χαϊδεύουν και καθησυχάζουν. Δεν τις είχα ανάγκη τότε, τότε ήμουν νέα, τότε ήταν όλοι δίπλα μου, δεν είχα απώλειες.
Θα μου πει κανείς, το ότι η ζωή προχωράει, το ότι τα πράγματα αλλάζουν, οι άνθρωποι φεύγουν, απομακρύνονται, δεν είναι αυτό κριτήριο για να μιλήσεις γι’ αυτά που έζησες. Η αλήθεια τους δεν αλλοιώνεται.
Αυτό είναι αλήθεια, όπως αλήθεια είναι ότι τώρα τα γράμματα είναι πια σπάνια, τώρα το τηλέφωνα, τα μηνύματα στον ηλεκτρονικό υπολογιστή είναι πιο εύκολα , πιο γρήγορα. Όμως αυτή η επικοινωνία εμένα μου φαίνεται πιο πρόχειρη, μπορεί να σου διαφύγει ο εσωτερικός πόνος , πόθος αν υπάρχει ,μου φαίνεται πως οι λέξεις στο χαρτί έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα.
Θυμήθηκα τώρα τον ταχυδρόμο, τότε παλιά στο χωριό .
Ερχόταν κάθε Τρίτη κι εκεί πλάι από το σπίτι του Μιχάλη, κάτω απλωνόταν το χωριό, σάλπιζε με την τρομπέτα του. Γράμματα κυρίως από τη Γερμανία αργότερα κι από την Αθήνα κι άλλες πόλεις.
«Σεβαστοί γονίς από υγία ήμεθα καλά το αυτό επιθιμούμαι κι δι’ εσάς…
Κι έτρεμε το χέρι των πρώην αγροτών , των πρώην βοσκών, όχι μόνο γιατί δεν ήξεραν καλά τα γράμματα, αλλά γιατί, τότε στις αρχές, τους έκαιγε ο πόθος των χωραφιών, των αμπελιών, ρωτούσαν για τη φοράδα.. τι κάνει η νύφη; έτσι έλεγε τη φοράδα του ο Σ. κι ήθελαν ν’ ακούσουν ξανά τα κουδούνια των κοπαδιών. Λερωμένα χαρτιά κι απλωμένο μελάνι από τα δάκρυα , όταν μιλούσαν για τα μικρά παιδιά τους που τα είχαν αφήσει πίσω στους παππούδες. Κι ως άνθρωποι του μόχθου και της ανάγκης, πρόσεχαν πολύ σε τι φακέλους θα έβαζαν τα γράμματά τους κι αν ήθελαν να στείλουν και κάποια λεφτά, πεντακοσάρικο έστελνε ο Ντούλας γιατί είχε αφήσει πίσω τρία παιδιά, λεφτά πολλά για κείνη την εποχή, τάβαζε σε τρεις φακέλους μαζί , για νάναι σίγουρος, τότε δεν υπήρχαν οι ενισχυμένοι.
Η μεγαλύτερη όμως ιστορία ήταν το διάβασμα και η απάντηση στα γράμματα. Οι περισσότεροι χωριάτες δεν ήξεραν ούτε να διαβάζουν , ούτε να γράφουν. Τότε έμπαιναν στη μέση τα παιδιά και καλά αν ήταν τα δικά σου, υπήρχαν περιπτώσεις που κάποιοι φώναζαν ένα ξένο παιδί να τους το διαβάσει και να γράψει την απάντηση. Και τόβαζαν μέχρι και τρεις φορές να τους το διαβάσει γιατί το μυαλό τους σταματούσε σε κάποια εικόνα, σε κάποια λόγια και τα μάτια τους έτρεχαν δάκρυα. Κι ύστερα άρχιζε η υπαγόρευση. Ποτέ δεν μιλούσαν απλά. Έπαιρναν ύφος σοβαρό, θυμούνταν λέξεις από τα γράμματα των δικών τους κι όλο αγωνία κι αμφιβολία ρωτούσαν κάθε τόσο.
-Τόγραψις μανάρι μ΄; Τόγραψις έτσι που στόπα;
Και σωστά είχαν τις αμφιβολίες τους γιατί όλοι εμείς οι μικροί γραφιάδες κάναμε και τ’ αστεία μας και τις κατεργαριές μας. Τα λέγαμε μετά το βράδυ στ’ αλώνια που παίζαμε και γελούσαμε.
Ε λοιπόν ναι ,νοσταλγώ εκείνα τα τυποποιημένα γράμματα, γιατί ήταν γεμάτα από τον πόθο του γυρισμού. Τάβαζες πάνω στο τζάκι κι ήξερες πως αυτό που ήθελαν οι ξενιτεμένοι ήταν να γυρίσουν γρήγορα πίσω , εδώ μέσα σε τούτο το δωμάτιο κι ήταν αυτή η επιθυμία τους που έκανε τα γράμματα τους αγαπημένα κομμάτια χαρτί.
Υπάρχουν όμως και γράμματα που σε τρομάζουν, που φοβάσαι πως αυτοί που τα γράφουν δεν έχουν στο νου τους το γυρισμό, γράμματα που δηλώνουν χωρίς να το λένε καθαρά πως οι αποστάσεις όλο και θα μεγαλώνουν πως οι δρόμοι όχι μόνο οι πραγματικοί αλλά και οι δρόμοι του μυαλού και της ψυχής όλο και θα απομακρύνονται. Και τότε είναι το χαρτί σκληρό και το κρύβεις κάπου να μην το βλέπεις, για να μπορείς πιο εύκολα να ξεχνιέσαι και να ελπίζεις ώσπου να σου επιφυλάξουν οι αγαπημένοι το θάνατο του βατράχου. Ξέρεις ε ;
Όταν πετάξεις έναν βάτραχο σε μια κατσαρόλα με καυτό νερό πετιέται αμέσως έξω , όταν όμως τον βάλεις στην κατσαρόλα με δροσερό νερό που σιγά-σιγά ζεσταίνεται ο βάτραχος θα ξεγελαστεί και θα βράσει μέχρι θανάτου.
Από τότε που το άκουσα αυτό ,όταν παίρνω ειδήσεις από φίλους αγαπημένους, έχω την αίσθηση ότι με προετοιμάζουν γλυκά για το θάνατο του βατράχου.


Ροβίνα Άλμπα

Σάββατο, 5 Ιουνίου 2010

ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΗ ΣΙΩΠΗ

ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΗ ΣΙΩΠΗ


Εδώ και λίγο καιρό αποζητώ τη σιωπή. Όχι τη σιωπή των άλλων αυτή δεν είναι δύσκολο να τη βρω, είναι πολύ εύκολη υπόθεση, γιατί στέκομαι μακριά τους. Τ ο δύσκολο είναι να πετύχω την δική μου εσωτερική σιωπή.
Κυκλοφορώ λοιπόν στο κίτρινο νησί εκπαιδεύοντας τον εαυτό μου στην εσωτερική σιωπή. Αποφεύγω την πόλη και περπατώ στις εξοχές .Παρατηρώ το θυμάρι που τώρα ανθίζει, σταματώ στους ξαφνικούς θορύβους ανάμεσα στα ξερά χόρτα για να περάσουν μπροστά μου τα πράσινα ζωηρά φίδια, απορώ με τα τόσο χυμώδη σώματα αυτών των πλασμάτων μέσα σ’ αυτή την κατάξερη γη.
Επιθυμώ να καθαρίσω το μυαλό μου από τις απόψεις μου, τις κρίσεις μου. απ’ αυτά που αγαπώ και αντιπαθώ. Το θέτω σε κατάσταση αναμονής, μήπως τελικά τα καταφέρω και τα δω όλα πάλι από την αρχή ή μήπως μπορέσω και αντιληφτώ αυτά που μου διαφεύγουν. . Δεν υπερασπίζομαι τίποτα αυτό το διάστημα, ακούω και κυρίως προσπαθώ να μάθω να χασομερώ. .
Θέλω να χασομερώ μπροστά στα πράγματα, να χασομερώ μπροστά στους θυμούς και στην οργή των ανθρώπων, να χασομερώ στο γέλιο τους.
Έγινα σιωπηλή ακροάτρια στις ομιλίες των ανθρώπων ,στις ομιλίες των αγαπημένων μου.
Χασομερώ στα βλέμματά τους μέχρι που ξεχνώ τον εαυτό μου, για ν’ ακούσω τις κρυφές φωνές του μυαλού τους.
Χασομερώ στα χρώματα της δύσης του ήλιου που αυτή την εποχή είναι τόσο γλυκά και παρήγορα κι αφήνομαι να με αγγίξει το παραμύθι τους.
Χασομερώ μπροστά στα λουλούδια ώρα πολλή, μέχρι να γίνω μυστική κοινωνός της ύπαρξής τους και να κατανοήσω, όχι, όχι να κατανοήσω, να παρασυρθώ από το λίκνισμά τους στον ελαφρό αέρα και από την ανεπαίσθητη κίνηση των χυμών τους όταν δεν φυσάει, την ζεστή ώρα του μεσημεριού.
Κι έρχονται μακρινοί απόηχοι οι ειδήσεις για το μακελειό στα πλοία για τη Γάζα και χαλάει τη σιωπή μου ο τρόμος, όχι μόνο για τις σφαγές, όχι μόνο για το θάνατο ,αλλά ο τρόμος για τα τόσα αντιφατικά που ακούγονται για τη βεβαιότητα πως η αλήθεια δεν είναι μέλημα των καιρών μας, γιατί δε θα τη μάθεις ποτέ, υπάρχει ανάμεσα σ’ αυτά που λέγονται, αλλά είναι σχεδόν αδύνατο να πεις με σιγουριά…γι’ αυτό έγινε…έτσι έγινε…
Το μόνο τελικά που σκέφτηκα γι΄ αυτά τα γεγονότα :
Είναι παρήγορο ότι υπάρχουν ακόμα άνθρωποι τρυφεροί, άνθρωποι περήφανοι που ενώ ξέρουν, ενώ γνωρίζουν καλά, τολμούν και θα τολμούν πάντα να κουβαλούν τον λίθο του Σίσυφου τραγουδώντας με πείσμα αλλά και χαρά. Άνθρωποι ερωτευμένοι με τη ζωή. Τίποτα δε θέλουν να πουν πως είναι αδύνατο, τίποτα δε θέλουν να πουν πως είναι μάταιο, τελειωμένο.. Ερωτευμένοι με την ανηφόρα ,ερωτευμένοι με τον ίδιο τον εαυτό τους.


Ροβίνα Άλμπα
Χωρίς παρεξήγηση..

1.Κάθε ανάρτηση του blog εκφράζει μονάχα τον αρθρογράφο της_
2.Κάθε ιστορική αναφορά που παρατίθεται στο blog εχθρεύεται τις διαδρομές του πατριωτικού σπαραγμόύ ή της υπερηφάνειας._

.