Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2010

Η ΜΑΤΙΕΡΑ

Μπείτε σ' ένα κήπο γεμάτο φυτά, χόρτα και άνθη. Όσο γελαστοί θέλετε. Την πιο ήπια εποχή του χρόνου. Δεν θα μπορέσετε να ρίξετε το βλέμμα σας πουθενά χωρίς ν' ανακαλύψετε κάποιο μαρτύριο. Όλα αυτά τα συγκεντρωμένα φυτικά είδη τελούν, το ένα περισσότερο, το άλλο λιγότερο, σε κατάσταση οδύνης. Εδώ, αυτό το ρόδο το καίει ο ήλιος, που του έδωσε ζωή. Ζαρώνει, μαραζώνει, μαραίνεται. Εκεί, αυτόν τον κρίνο τον απομυζά άσπλαχνα μια μέλισσα, στα σημεία του τα πιο ευαίσθητα και τα πιο ζωτικά. Για να παρασκευάσουν το γλυκό μέλι οι καλές, οι υπομονετικές, οι ενάρετες, οι φιλόπονες μέλισσες υποβάλλουν σε ανομολόγητα μαρτύρια τις πιο λεπτοκαμωμένες ίνες, κακοποιούν χωρίς έλεος τα πιο τρυφερά άνθη. Αυτό το δένδρο το λυμαίνεται μια ορδή μυρμηγκιών. Το άλλο οι κάμπιες, οι μύγες, οι γυμνοσάλιαγκες, τα κουνούπια. Αυτό εδώ με τη πληγωμένη φλούδα, το βασανίζουν ο αέρας και ο ήλιος που εισχωρούν στην πληγή του. Αυτό εκεί έχει τσακισμένο τον κορμό ή τις ρίζες. Αυτό εδώ έχει φύλλα ξεραμένα, αυτό εκεί τα άνθη του φαγωμένα, δαγκωμένα. [..] το άλφα φυτό έχει υπερβολική ζέστη, το βήτα υπερβολικό κρύο, υπερβολικό φως, υπερβολική σκιά, υπερβολική υγρασία, υπερβολική ξηρασία. [..] Μέσα σ' όλον αυτόν το κήπο δε θα βρείτε ούτε ένα φυτό σε τέλεια κατάσταση. [..] Όταν μπαίνουμε μέσα στον κήπο, το θέαμα μιας τέτοιας πλησμονής από ζωή ευφραίνει την ψυχή μας και πιστεύουμε οτι βλέπουμε εκεί την κατοικία της χαράς. Η αλήθεια όμως είναι ότι η ζωή αυτή είναι θλιμμένη και αξιολύπητη. Κάθε κήπος είναι ένα τεράστιο νοσοκομείο -χώρος πολύ πιο αξιοθρήνητος από ένα νεκροταφείο- και αν τα όντα αυτά αισθάνονται, ή αν θέλετε, αν αισθάνονταν, είναι βέβαιον οτι γι' αυτά το μη ον θα ήταν κατά πολύ προτιμότερο από το ον.

Giagomo Leopardi, Η θεωρία της Ηδονής, Eκδ. Printa

Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2010

ΑΠΟ ΚΑΡΔΙΑΣ

'Ο δρόμος της φωτιάς προς τη στάχτη'
ένα πύρινο κείμενο του Β. Λάμπρου
Διαβάστε το ΕΔΩ
.

Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2010

ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ

‘Να μη πηγαίνετε σε τέτοιες εκδηλώσεις ειδωλολατρικές, η εκκλησία μας δε τα αποδέχεται αυτά [..] Και στα παιδιά σας, μη δίνεται ονόματα αρχαιοελληνικά, αλλά εκκλησιαστικά’, ακούστηκε στη κυριακάτικη λειτουργία του Αγ. Νικολάου Σεληνίων από το παπά Δημήτρη.


Αλήθεια, πόσο παράφωνη ακούγεται στις μέρες μας η φράση αυτή; Κι όμως, το καρναβάλι φαίνεται πως ακόμα απειλεί για ορισμένους την ορθότητα της θρησκευτικής πίστης, και μοιάζει λογικό. Ακόμη και σήμερα, που οι θλιβεροί κρατικοί φορείς είναι οι απόλυτοι διαχειριστές μιας κατεξοχήν αναρχικής γιορτής κι ο περισσότερος κόσμος παρακολουθεί πια ως θεατής ένα προγραμματισμένο show και όχι ως συμμετέχοντας αυθόρμητων εκδηλώσεων από τα κάτω, ακόμη και σήμερα λοιπόν κάποιες αμφιέσεις και χειρονομίες αυθάδειας και χλεύης της καθεστηκυίας τάξης, η αθυροστομία και ασέβεια κάποιων συμπεριφορών, η διαχυτικότητα της μέθης, και η λαϊκή εξωστρέφεια, ευτυχώς έχουν επιβιώσει ως κατάλοιπα ελευθερίας των προηγούμενων αιώνων και συνεχίζουν να τρομάζουν τους θρησκευτικούς ταγούς. Δε μας εκπλήσσει ο φόβος τους. Ο μυωπισμός της χριστιανικής πίστης και η ανάγκη διατήρησής των χριστιανικών ηθών διαχρονικά μέσω της παραγωγής εσωτερικών ή εξωτερικών εχθρών (Ισλάμ, ειδωλολατρία, Αρχαία Ελλάδα) ήταν ανέκαθεν προσόν της ελληνικής εκκλησίας αλλά και της κάθε εκκλησίας που επιθυμεί υποτακτικούς πιστούς απανταχού.


Όσο για το ίδιο το διαμεσολαβούμενο καρναβάλι ενός ακόμη, πρωτίστως, ηθικά χρεοκοπημένου δήμου εξουσιομανών, δε το χρειαζόμαστε διόλου. Mπορούμε να κατακτούμε τους δρόμους κι από μόνοι μας.


ΜΑΡΛΟΝ ΜΠΡΑΝΤΟ

είμαστε αυτό που αρνηθήκαμε
.

Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2010

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΙ ΟΙ ΣΚΥΛΟΙ...


Και σου φαίνεται πια πως καιρός ήταν…όλα τα τακτοποίησες, όλα κυλούν με κάποια τάξη.. τώρα, πως εσύ που έζησες μια ζωή μέσα στην αταξία και το παραδεχόσουν κιόλας πως, ναι είμαι άτακτη.., πως εσύ πίστεψες κάτι τέτοιο ..ίσως να έχει σχέση με τον δυνατό αέρα που φυσάει επί μέρες στο νησί, αέρας με ουρλιαχτό.. και σ΄ έκλεισε μέσα στο σπίτι κι όλο δίπλωνες ρούχα, σκούπιζες, ξεσκόνιζες… έκανες αναδρομές στη ζωή σου κι όλα σου φαίνονταν πως ναι μπήκαν σε μια τάξη… ..αλλά το ξέρεις οι δυνατοί άνεμοι κόβονται.. Κι έρχεται μετά η ησυχία. .Σε μένα δεν ήρθε η ησυχία, ήρθε η γειτόνισσα. Εδώ και κάμποσο καιρό έχει αρχίσει ανάμεσά μας ένας μικρός υπόγειος πόλεμος .Το θέμα . Τα σκυλιά μου.

Το ξέρεις εδώ και χρόνια ζω με κάμποσα σκυλιά. Σκυλιά που έτυχε να βρω στους δρόμους. Στην αρχή φαίνονταν απλά , καθημερινά.. Ύστερα ήταν που άρχισαν τα περίεργα.

Η γειτονιά που ζούσαμε ήταν ιδιαίτερα περήφανη για τις ήσυχες νύχτες της.

Μετά το δικό μας ερχομό , θάχε περάσει κανένας μήνας ,άρχισαν κάποιοι ψίθυροι.

-Ναι σου λέω στις 12 τη νύχτα άκουσα έξω από το σπίτι μου βήματα…

Τώρα λέω βήματα αλλά δεν είμαι σίγουρη, κάτι τέλος πάντων σαν περπατησιά. Βγήκα να δω και δεν είδα τίποτα, μόνο σε μια γωνιά του δρόμου κάτι σπίθισε μέσα στο σκοτάδι αλλά για λίγο.

-Μπα ιδέα σου θα ήταν ,αφού ούτε γάτες , ούτε σκύλοι περπατούν στη γειτονιά μας τη νύχτα. όλα είναι μαντρωμένα.

Άκουγα αυτές τις κουβέντες και δεν έδινα μεγάλη σημασία.. Εγώ εκείνη την εποχή ήμουν απορροφημένη από τον ανθόκηπό μου. Όνειρό μου και επιθυμία μου μεγάλη. Ακόμα δεν την έχω πραγματοποιήσει..

Έβλεπα τους σκύλους μου όλο και πιο ήσυχους τη μέρα. Ξάπλωναν στον ήλιο σαν κουρασμένοι οδοιπόροι. Κι αυτό το απέδωσα στο ότι είχαν που είχαν ένα μεγάλο κτήμα να τρέχουν τη νύχτα και τ’ απογεύματα πηγαίναμε ένα μεγάλο περίπατο στο βουνό. Τι άλλο ήθελαν. Κουρασμένοι και ευχαριστημένοι οδοιπόροι λοιπόν.

Ένα μεσημέρι , ε δεν είχε και πολύ ήλιο, δεν μπορώ να πω πως είχα ζαλιστεί, ένα μεσημέρι ,ενώ φύτευα μια λεβάντα κι είχα πίσω από την πλάτη μου τους ξαπλωμένους σκύλους ,σαν να μου φάνηκε πως άκουσα έναν ψίθυρο κάτι σαν ειρωνικό γελάκι. Θα μου πεις…Τίποτα μη μου πεις. Γύρισα απότομα και ναι είδα τον Ιβάν τον πονηρό να γελάει ειρωνικά . Μόλις αντιλήφτηκαν πως τους κοίταζα όλοι τα κεφάλια κάτω. Κοιμόντουσαν του καλού καιρού.

Άντε καλή μου κι έλεγες: Εγώ δεν έχω ανάγκη , μπορώ να είμαι πάντα μόνη μου…Για ξανασκέψου το.

Κι εκεί που πιστεύεις λοιπόν, πως όλα είναι ήσυχα και φοβάσαι την πλήξη, σου λέει η ζωή. Νομίζεις πως ό, τι είχα στο φανέρωσα; Λάθος.

Εκείνο το μεσημέρι άκουσα φωνές στην εξώπορτα του κτήματος και μου φάνηκαν θυμωμένες .

-Τι συμβαίνει;

Κι αμέσως η επίθεση

-Κάνεις και την ανήξερη ε ; Τα σκυλιά σου τις νύχτες βγαίνουν έξω και ρημάξανε τις κότες μου. 7 σκοτώσανε.

Και έρχονται και άλλοι.

-Έχουμε χάσει την ησυχία μας . Πού είναι πια εκείνες οι ήσυχες νύχτες μας που γι’ αυτές ήμασταν περήφανοι.

-Αν θέλεις να έχεις σκυλιά σήκωσε ψηλή μάντρα και τις νύχτες να τα βάζεις στο σπίτι σου.

Δεν υπήρξε αντίλογος

Υπήρξε καινούργια εποχή. Ήταν γεγονός που το διαπίστωσα αμέσως τις επόμενες μέρες.

Έχω σκύλους που τη νύχτα δραπετεύουν πηδώντας τους φράχτες, έχω σκύλους που σαν μικρά άλογα καλπάζουν στους σκοτεινούς δρόμους της γειτονιάς και κάνουν τα νυχτοπούλια ν’ ανησυχούν, έχω σκύλους που έχουν αφανίσει τα κοκόρια της γειτονιάς και κάθε δυο μέρες πληρώνω το τίμημα. Ευτυχώς περνούν πολλοί γυρολόγοι που πουλούν κοκόρια στοιβαγμένα σε φορτηγά. Και η μάχη πάλι από την αρχή. Έτσι για να έχει ενδιαφέρον η νύχτα για σκύλους μου.

Μη με κατηγορήσετε…Αδιέξοδο…πόλεμος αναπόφευκτος…Δεν μπορώ να κάνω τη μάντρα του κτήματος τείχη του Αλκατράζ.. Όσο για την ποιότητα των κοκοριών.. δεν την γνωρίζω.. Γνωρίζω όμως καλά τις αλματικές ικανότητες των σκύλων μου και τη θανατηφόρα επιθυμία τους για ελευθερία. Και κάθε πρωί ίδια δουλειά.. Να θάψω τα φτερά που κουβαλούν στο στόμα τους Και να πλύνω τα ίχνη του αίματος .Ήθελα κάπως να τους καλύπτω ή μάλλον ήθελα να τους κάνω να καταλάβουν πως δεν εγκρίνω τις νυχτερινές τους επιδρομές.

Πολλοί θα θελήσουν να υπερασπιστούν τη ζωή των κοκοριών και θεωρίες.. εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου τελειώνει η δική σου και τέτοια άλλα . Όμως οι σκύλοι μου το εξήγησαν κατά κάποιο τρόπο.

Ήμασταν πάνω ψηλά στο χορταριασμένο οροπέδιο . Η βλάστηση πλούσια , πολλές βροχές αυτόν τον χειμώνα .Στεκόμουν στο μέσον του οροπεδίου και τους έλεγα.

-Δεν ντρέπεστε να σκοτώνετε τις κότες Τόσο αίμα πια ..σας βαρέθηκα.

Με κοιτούσαν με κείνο το ύφος που δε δείχνει ούτε στεναχώρια ούτε συνείδηση. Μου έδειχναν απλά το πρόσωπό τους κι έλεγαν: Αυτοί είμαστε. Κι εγώ τους μάλωνα και τους νουθετούσα. Τόσο ήσυχοι σαν να περίμεναν κάτι. Και ξεκίνησα για το γυρισμό. Θα τους ξαναμιλούσα , ήθελα να τους πείσω .

Κρατς. κρατς.

Ο ήχος από τις μπότες μου μέσα στην ψηλή χλόη.

Κρατς, κρατς. Κρατς.

Και τότε οι σκύλοι γέλασαν Καθόντουσαν ακόμα ακίνητοι και το μόνο που ακουγόταν ήταν ο ήχος του περπατήματός μου.

-Μίλησες για αίμα ε; Άκου πως περπατάς ..Τι ήχος είναι αυτός . Ξέρεις πόσα σαλιγκάρια έχεις σκοτώσει , πόσα σκαθάρια ,πόσα ζουμερά ζωύφια;.. ξέρεις πόσα τρυφερά βλαστάρια έχεις τσακίσει ή μήπως πιστεύεις κι εσύ πως το χρώμα του αίματος είναι μόνο κόκκινο;

Έμεινα με το πόδι μετέωρο.

Άκου το αίμα.. δεν είναι μόνο κόκκινο…

-Έχετε δίκιο , έχετε δίκιο και συνέχισα

-Κρατς. Κρατς, χρατς..σσσσς

Και υπήρξε μια συμφωνία με τους σκύλους, μια αλληλοκατανόηση και μου είπαν ακόμα κάτι..

-Οι ήσυχες νύχτες δεν πρέπει να υπάρχουν ούτε στα νεκροταφεία .

Και απορούμε πως υπάρχουν άνθρωποι να περηφανεύονται για ήσυχες νύχτες.


Και όλα έμπαιναν πια σε μια καινούργια σειρά. Οι νύχτες όχι δεν έγινα ήσυχες αντίθετα . Φόρεσα στους σκύλους μου μικρά- μικρά κουδουνάκια με διαφορετικούς ήχους . Κάπου -κάπου η Ήρα θυμόταν το ουρλιαχτό των προγόνων της των λύκων κι ήταν νύχτες που μας ξυπνούσε. Και σε λίγο καιρό όλοι ήταν ευχαριστημένοι που τα σκυλιά διέκοπταν τον βαθύ ύπνο τους.

-Άκου Αγλαΐα . Αυτός ο ήχος … όπως τότε που ήμουν παιδί και πήγαινα με τη μάνα μου πρωί-πρωί στα χωράφια και μας ακολουθούσε η κουταβέλα. Ναι, ναι το είχα ξεχάσει είχα κάποτε κι εγώ ένα σκυλάκι την κουταβέλα.

Κι άρχιζε εκεί κάτω από ζεστά σκεπάσματα μια νοσταλγική κουβέντα για χρόνια που μέσα στη μέρα και μέσα στις παλιές ήσυχες νύχτες δεν είχαν καιρό να τα ξαναθυμηθούν.

-Αυτό το ουρλιαχτό έλεγε η Γιάννα κάποτε με φόβιζε, τώρα όμως γεμίζει την καρδιά μου νοσταλγία για κείνα τα πυκνά δάση της πατρίδας μου.

Ήταν από την Ουγγαρία.

Και μέσα στη σκοτεινή νύχτα άναβαν μικρά γλυκά φωτάκια και κάπου- κάπου ξεχώριζες ένα ξαφνικό χαρούμενο γέλιο κι ακόμα άκουγα συχνά τον ψάλτη τον κυρ Σωτήρη να τραγουδάει όμορφα δημοτικά.

Ε και δεν είναι πολύ να σας πω , πως σε λίγο καιρό η γειτονιά μας πήρε καινούργια χρώματα. Όλο και πιο συχνά τα απογεύματα άκουγες να συνομιλούν παρέες –παρέες όλο και λιγότερο παρακολουθούσαν τηλεόραση, όλο και λιγότερο δέχονταν υπερωρίες στις δουλειές τους και τις Κυριακές γέμιζαν οι μικροί κήποι χαρούμενες φωνές και εργασίες. Και ευτυχώς όλες οι ευγένειες , όλες οι κινήσεις των ανθρώπων κρατήθηκαν μακριά από γλυκερές , μαλθακές νότες και ταπεινές υποκλίσεις .Όλα είχαν μια ορμή και χάρη νεανική

-Καλά, καλά ..σιγά μη μας πεις τώρα πως οι σκύλοι άρχισαν να δίνουν και διαλέξεις.

Τις βαρεθήκαμε αυτές τις ιστορίες.

-Ε επιτέλους , επιτέλους φίλε, φίλη γιατί ειλικρινά δεν ξεχώρισα αν αυτή η φωνή ήταν από άντρα ή από γυναίκα, έτσι γρήγορη και δυνατή , έτσι ανικανοποίητη που έσκισε τον αέρα.

-Επιτέλους κι είχα αρχίσει να ανησυχώ- και για να πω την αλήθεια μ’ έχει κουράσει αυτή η ιστορία…Όχι.. όχι τους σκύλους τους αγαπώ ..δεν φταίνε αυτοί να το θέμα είναι πως διαθέτουν ουρά που δεν μπορούν εύκολα να την ελέγχουν και κάποιοι, είχαν αρχίσει τους νύχτες να παγιδεύουν τους σκύλους και να τους αμολάνε μετά μέσα στη νύχτα με φλεγόμενες ουρές. Και οι σκύλοι μας βαρέθηκαν.

-Μη συνεχίζεις άλλο.. Την έχεις χάσει την ιστορία.

-Βγες από το σκοτάδι . Θα ήθελα να σε δω..

Ακούστηκαν χαμηλά γέλια αγοριών και κοριτσιών.

-Ελπίζεις σε μας να φέρουμε τα πάνω κάτω στη ζωή των ανθρώπων και θέλεις να δεις τα πρόσωπά μας.

-Το ξέρω πως αυτό δεν έχει γίνει , είναι ένας παλιός κανόνας, αλλά ήλπιζα πως κι αυτό θα άλλαζε.

-Πολλά ζητάς, αυτό ακόμα δεν έχει αλλάξει.

Και όλο απομακρύνονταν μέσα στο σκοτάδι αφήνοντας πίσω τους μια ταραχή στον αέρα. Είχε κανείς την αίσθηση πως ακόμα και οι πέτρες ήθελαν να κυλήσουν πίσω τους συνεπαρμένες κι έκαναν μια μικρή κίνηση και ο αέρας τους ακολουθούσε και τα φύλλα των δέντρων έγερναν προς το μέρος τους ε και δεν χρειάζεται να σας το πω .Τα σκυλιά έφυγαν , τους ακολούθησαν, ήταν πια δικά τους.

Και σαν μακρινός χαιρετισμός ακούστηκαν φωνές.

-Τα σκυλιά τα αγαπάμε και δεν καταλάβατε καλά αυτό με τις φλεγόμενες ουρές.

Κάποτε οι σκύλοι πρέπει να αποχωρούν. Ποτέ δεν πρέπει να μένουν για πολύ στην ίδια γειτονιά. Και οι φωτιές είναι το τελευταίο τους σημάδι πριν την αναχώρηση, το τελευταίο μήνυμα. Εσείς πρέπει να κρατήσετε αναμμένες τις φωτιές της νύχτας.


Ροβίνα ΄Αλμπα

Χωρίς παρεξήγηση..

1.Κάθε ανάρτηση του blog εκφράζει μονάχα τον αρθρογράφο της_
2.Κάθε ιστορική αναφορά που παρατίθεται στο blog εχθρεύεται τις διαδρομές του πατριωτικού σπαραγμόύ ή της υπερηφάνειας._

.